Στα νησιά του αρχιπέλαγους Lavezzi
Στα νησιά του αρχιπέλαγους Lavezzi
Pontine islands
Pontine islands
By Thomas P.

Our bow turned to 270 degrees and was heading Lavezzi islands, which are located at the Strait of Corsica, at 173 nautical miles.

Τα μετεωρολογικά δελτία έδιναν δυτικούς-βορειοδυτικούς ανέμους, με ένταση 3 με 4 μποφόρ. Είχαμε μπροστά μας το τελευταίο μεγάλο πέρασμα του ταξιδιού και όλες οι αισθήσεις μας ήταν τεταμένες. Είχα χαράξει την πορεία μας και στο GPS και στον ναυτικό χάρτη, ενώ τσεκάριζα ξανά την ένδειξη της πυξίδας. Ταξιδεύαμε με 25 κόμβους, ο κινητήρας δούλευε στις 4.500 στροφές και η κατανάλωσή μας έφτανε τα 45 λίτρα την ώρα.

Στην αγκαλιά του Τυρρηνικού

Ώρα 10.45: Κλείσαμε ήδη μία ώρα ταξιδιού και το στίγμα μας ήταν B 41° 15’ 66 Α 12° 38’ 97.
Ο καιρός μάς έβρισκε κατάπλωρα, χωρίς να ξεπερνά τα 4 μποφόρ. Αν και το φουσκωτό δεν είχε κανένα πρόβλημα, με την ίσαλό του να χαράζει τα κύματα επιβάλλοντας το δικό του ρυθμό, ελαττώσαμε λίγο την ταχύτητά μας γιατί τα μίλια που είχαμε μπροστά μας ήταν πολλά. Οι ακτές της Ιταλίας άρχισαν να χάνονται πίσω μας και το Τυρρηνικό πέλαγος μάς έπαιρνε για τα καλά στην αγκαλιά του. Όλα έδειχναν υπέροχα, και με φανερά τα χαμόγελα απολαμβάναμε την πλεύση μας στην ανοιχτή θάλασσα.

Ώρα 11.45: Το στίγμα μας ήταν Β 41° 15' 45 Α 12° 16' 96. Αν και ο καιρός παρέμενε σταθερός, η ταχύτητά μας ελαττώθηκε αρκετά και μας έμεναν ακόμα 136 ναυτικά μίλια. Ήμασταν ιδιαίτερα χαρούμενοι γιατί το ταξίδι ήταν ακόμα στην αρχή του και το απέραντο γαλάζιο γέμιζε τον ορίζοντά μας.
Όπου κι αν ρίχναμε τη ματιά μας το βλέμμα χανόταν και το μόνο σημείο που μπορούσαμε να εστιάσουμε ήταν η γραμμή του ορίζοντα που μας κύκλωνε, εκεί που το βαθύ μπλε της θάλασσας μοιάζει να σμίγει με τον γαλανό ουρανό. Κανένα σκάφος και κανένα καράβι δεν φαινόταν στη ρότα μας και έτσι είχαμε βυθιστεί στη μοναξιά του ταξιδιού. Δεν ήμασταν παρά μια μικρή κουκκίδα που κινείτο δυτικά, μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας.

Ώρα 12.45: Ο πουνέντες άρχισε να μας στέλνει μεγάλα, βουβά κύματα, τα οποία μας ανάγκασαν να ταξιδεύουμε με 16 κόμβους ώστε να έχουμε στρωτή και γλυκιά πλεύση. Όχι ότι δεν γινόταν να πάμε γρηγορότερα, αλλά σε ένα μεγάλο ταξίδι πρωταρχικός στόχος είναι ταξιδεύουμε όσο το δυνατόν πιο ξεκούραστα, ώστε να συντηρούμε τις δυνάμεις μας για την περίπτωση επιδείνωσης του καιρού, αλλά και για να καταπονούμε λιγότερο τη μανέτα και το τιμόνι του σκάφους. Έτσι, ο κινητήρας δούλευε αβίαστα στις 3.650 στροφές, με την κατανάλωσή μας όμως να φτάνει τα 35 λίτρα την ώρα. Το στίγμα μας ήταν Β 41° 15’ 78 Α 11° 51’ 21 και είχαμε ακόμα 120 ναυτικά μίλια μπροστά μας.

Ώρα 13.45: Τα βουβά κύματα μεγάλωσαν σε όγκο και άρχισαν να γίνονται άναρχα, δυσκολεύοντας περισσότερο την πλεύση μας. Η ταχύτητά μας έπεσε στους 15 κόμβους, οι στροφές του κινητήρα στις 3.500, ενώ η κατανάλωσή μας παρέμενε σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας και τα 34 λίτρα την ώρα. Καταφέρναμε ωστόσο να κρατιόμαστε σταθεροί στη χαραγμένη μας ρότα, κάτι που φαινόταν και από το στίγμα μας που ήταν Β 41° 15’ 79 Α 11° 37’ 18. Μετά από τέσσερις ώρες ταξιδιού βρισκόμασταν στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος, το οποίο διέφερε μόνο κάποια «δεύτερα» της μοίρας, συγκριτικά με την αρχή του. Είχαμε όμως διανύσει μόλις 67 ναυτικά μίλια και μας έμεναν ακόμα 106 ως τον προορισμό μας.

Ώρα 15.45: Το επόμενο δίωρο δεν μας επιφύλασσε κάποια μεταβολή του καιρού, με μόνη διαφορά ότι φαινόταν καθαρά πως τα βουβά κύματα άρχισαν να βρίσκουν ξανά τη χαμένη τους περιοδικότητα. Αυτό το διάστημα καλύψαμε ακόμα 27 ναυτικά μίλια, και μας έμεναν τώρα άλλα 74. Το νέο μας στίγμα ήταν Β 41° 17’ 56 Α 10° 54’ 96.

Ώρα 16.45: Ξαφνικά η θάλασσα άλλαξε όψη. Έγινε τόσο λεία, χωρίς την παραμικρή ρυτίδα, και φαινόμασταν σαν να ταξιδεύουμε σε μια απέραντη γυάλινη επιφάνεια. Η ρεστία, ενώ συνέχιζε να υπάρχει, έδειχνε να είναι στάσιμη, και ολόκληρο το πέλαγος έμοιαζε να πάλλεται. Ένα συγκλονιστικό, όσο και απόκοσμο θέαμα εξελισσόταν μπροστά στα μάτια μας. Κάποια στιγμή η ορατότητα ελαττώθηκε αρκετά και το σκηνικό τριγύρω μας έγινε ακόμα πιο μυστηριακό. Η άπνοια και η πολλή ζέστη έκαναν τη θάλασσα να μοιάζει πως εξατμίζεται, και ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος της περιορισμένης ορατότητας.

Βέβαια, η ταχύτητά μας αυξήθηκε αρκετά, φτάνοντας τους 23 κόμβους, με τον κινητήρα να δουλεύει τώρα στις 4.000 στροφές και την κατανάλωσή μας να βρίσκεται στα 41 λίτρα την ώρα.

Το στίγμα μας ήταν Β 41° 16’ 33 Α 10° 28’ 92 και μας έμεναν ακόμα 55 ναυτικά μίλια. Παρά την απίστευτη ομορφιά που μας χάριζε η σπάνια αυτή εικόνα της θάλασσας, ομολογώ πως μέσα μου ένιωθα αρκετά σφιγμένος. Στην άκρη του μυαλού μου υπήρχαν κάποια ερωτηματικά και, χωρίς να το καταλάβω, έπιασα τον εαυτό μου να «κλέβει» λίγο την πυξίδα και το φουσκωτό να ψηλώνει αρκετά από τη χαραγμένη μας πορεία. Αυτή λοιπόν η απίθανη λαδιά και η απόλυτη γαλήνη της αρυτίδωτης αποθαλασσιάς που έμοιαζε να αχνίζει, από τη μια μεριά με είχε συνεπάρει ενώ από την άλλη με έβαζε σε σκέψεις. Μήπως αυτή η απολαυστική, κατά τα άλλα, μεσοπέλαγη ρεστία ήταν προϊόν κάποιας θύελλας που ήταν σε εξέλιξη λίγα μίλια μπροστά μας;
Όσες φορές ταξίδεψα στη δυτική Μεσόγειο και ερχόμουν αντιμέτωπος με παρόμοιες μεσοπέλαγες ρεστίες κάτι κακό συνέβαινε έπειτα από κάποια ώρα. Η αίσθησή μου αυτή γιγαντώθηκε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποίησα πως, όχι μόνο πλησιάζαμε στο στενό της Κορσικής, αλλά βρισκόμασταν και ακριβώς απέναντί του.

Στο μπουγάζι της Κορσικής!

Ώρα 17.45: Ταξιδεύαμε τώρα με 22 κόμβους, στις 3.800 στροφές, και καταναλώναμε 37 λίτρα την ώρα. Το στίγμα μας ήταν Β 41° 17’ 39 Α 10° 03’ 60, και μας χώριζαν μόλις 36 ναυτικά μίλια από τον προορισμό μας.
Στεριά δεν φαινόταν μπροστά, αλλά γνωρίζαμε πως το φουσκωτό ερχόταν κατάπλωρα με το στενό της Κορσικής. Στις απλωτές ράχες των βουβών κυμάτων άρχισαν να εμφανίζονται κάποιες ρυτίδες οι οποίες δεν άργησαν να εξελιχθούν σε μικρές κορφές, σημάδι πως σύντομα θα είχαμε μεταβολή του καιρού.
Πραγματικά, δεν προλάβαμε να κάνουμε κάποια μίλια, και οι κορφές άρχισαν να ψηλώνουν και να σπάνε κάτω από το βάρος τους. Σε λίγο άσπρισε ολόκληρο το πέλαγος και, πριν καλά καλά συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει, βρεθήκαμε μέσα σε έναν πραγματικό χαλασμό! Κι ενώ ολόκληρη η Τυρρηνική θάλασσα ήταν ναρκωμένη, το μπουγάζι της Κορσικής έβγαζε φίδια...
Όπως κάθε μπουγάζι, έτσι κι αυτό, έχει τους δικούς του ξεχωριστούς καιρούς και κανένα μετεωρολογικό δελτίο δεν μπορεί ποτέ να τους προβλέψει. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόμασταν αντιμέτωποι μαζί του και ζούσαμε μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Σταθήκαμε για λίγο, χωθήκαμε μέσα στις νιτσεράδες μας και τις κλείσαμε ερμητικά. Ήμασταν έτοιμοι να χορέψουμε σε έναν αλλόκοτο ρυθμό και να γευτούμε για τα καλά την αρμύρα αυτού του στενού. «Ετοιμαστείτε να παλέψουμε» αναφώνησα, και με το ηθικό μας στα ύψη ορτσάραμε στον καιρό. Δύο απανωτά κοπανήματα όμως, μάς έβαλαν γρήγορα στη θέση μας.

Η κουβέρτα πλημμύρισε με ζωντανή θάλασσα, καθώς το νερό έτρεχε σαν χείμαρος πάνω στις πλευρικές κουπαστές της μικρής καμπίνας. Αμέσως μπήκαν σε λειτουργία και οι δύο αντλίες της σεντίνας, ενώ το ημερολόγιο του σκάφους πετάχτηκε όπως όπως μέσα στην καμπίνα. Οι σημειώσεις μας και τα νούμερα έρχονταν τώρα σε δεύτερη μοίρα.
Ολόκληρος ο ορίζοντας πήρε μια γκρίζα όψη και η μολυβιά θάλασσα μάς έδειχνε το χειρότερό της πρόσωπο. Αρχίσαμε να διαβάζουμε τα κύματα προσπαθώντας να εντοπίσουμε τα αδύνατά τους σημεία, ώστε να τα εκμεταλλευτούμε και να μπορέσουμε να πετύχουμε μια στρωτή πλεύση. Ψάχναμε απεγνωσμένα να βρίσκουμε βατούς διαδρόμους ανάμεσά τους, αλλά τα κύματα κουβαλούσαν τόση ενέργεια στα σωθικά τους που κάθε προσπάθειά μας κατέληγε σε ελεύθερες πτώσεις. Τα μπουγέλα ήταν απίστευτα αλλά δεν μας απασχολούσαν πολύ, αφού είχαμε φάει τόσο πολύ νερό που στάζαμε από παντού.

Ώρα 18.45: Έχοντας στραμμένη την προσοχή μου στο τιμόνεμα του σκάφους, με κοφτές ματιές στο GPS μπόρεσα τελικά να διακρίνω πως μας απέμεναν ακόμα 25 ναυτικά μίλια. Η θάλασσα ήταν ήδη αταξίδευτη και ήμουν σίγουρος πως όσο πλησιάζαμε στο στενό της Κορσικής τόσο θα χειροτέρευε. Επιμέναμε όμως να κρατιόμαστε στην πορεία μας, παρά το «ξύλο» που τρώγαμε.
Η ταχύτητά μας ήταν πια ανύπαρκτη και ταξιδεύαμε απλανάριστοι μέσα στην αντάρα. Τα κύματα μας χτυπούσαν με δαιμονισμένη ένταση και το ύψος τους είχε πάρει πλέον απειλητικές διαστάσεις. Το μήκος τους δε ήταν τόσο μικρό, που μας είχε παγιδεύσει και δεν βρίσκαμε τρόπο να αντιδράσουμε. Οι κορφές των κυμάτων έσκαγαν από παντού και κάθε προσπάθειά μας ήταν απόλυτα αποτυχημένη.

Το τιμόνεμα έγινε εξαιρετικά δύσκολο και στο μυαλό μου άρχισαν να δημιουργούνται σενάρια αλλαγής της πορείας μας. Με αυτήν την ταχύτητα άλλωστε θα φτάναμε βράδυ στα νησιά Lavezzi, γεγονός που δεν επιθυμούσα ούτε στο χειρότερο εφιάλτη μου. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο ναυτικό χάρτη και θα μείνουμε άφωνοι από τις αμέτρητες ξέρες που ζώνουν αυτά τα νησάκια. Ένα πραγματικό ναρκοπέδιο από υφάλους και σκοπέλους, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά αλλού στη Μεσόγειο. Και βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να εγκλωβιστούμε εκεί μέσα.
Κοιτάζαμε όλοι μαζί επίμονα μπροστά και ψάχναμε στον γκρίζο ορίζοντα μήπως και διακρίνουμε στεριά. Φωνάζαμε δυνατά ώστε να ακουγόμαστε με τον Σπύρο και τη Φωτεινή, και μετά από έναν πολύ σύντομο διάλογο αποφασίσαμε να στρέψουμε την πλώρη μας νοτιότερα. Ήταν ολοφάνερο πια πως αυτά τα λιγοστά μίλια που απέμεναν θα τα βγάζαμε με πολύ μεγάλη δυσκολία. Ταξιδεύαμε ολόκληρη την ημέρα και ο κίνδυνος να ξεμείνουμε από δυνάμεις ήταν πλέον ορατός.

Αναγκαστική αλλαγή ρότας

Η πλώρη μας τώρα σημάδευε κάπου προς τα νησιά Maddalena, που βρίσκονται στο βορειοανατολικό άκρο της Σαρδηνίας. Είχαμε βάλει τον καιρό στη δεξιά μας μάσκα αλλά η κατάσταση ελάχιστα βελτιώθηκε, αφού τα χειμαρρώδη κύματα εξακολουθούσαν να μας ταλαιπωρούν...
Δεν ξέρω με πόσα μποφόρ ήμασταν αντιμέτωποι, αλλά είναι κάποιες θάλασσες όπου τα νούμερα δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία και σε καμιά περίπτωση δεν αποδίδουν την πραγματική εικόνα που επικρατεί εκεί έξω. Σίγουρα ο καιρός ξεπερνούσε τα 6 μποφόρ, το πρόβλημα όμως δεν ήταν αυτό. Τα κύματα ήταν τόσο ορμητικά και απότομα, και οι ράχες τους τόσο κάθετες, που δεν μας άφηναν κανένα περιθώριο τιμονέματος. Γρήγορα δεν μπορούσαμε να πάμε, γιατί ήταν βέβαιο πως δεν θα μπορούσαμε να κρατηθούμε πάνω στο φουσκωτό, αλλά και η αργή μας πλεύση ήταν ένα βασανιστικό μαρτύριο, με τα κύματα να μας πηγαίνουν όπου ήθελαν.

Έβραζε όλη η θάλασσα και οι κορφές των κυμάτων έσπαγαν στη δεξιά μας μάσκα και γυρνούσαν με δύναμη μέσα στο φουσκωτό. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να σκύβουμε και να κλείνουμε τα μάτια μας σε κάθε «επίθεση» των κυμάτων. Τελικά, αναγκαστήκαμε να στρέψουμε την πλώρη μας ακόμα πιο χαμηλά. Ξεχάσαμε πια τον προορισμό μας και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να βγούμε το συντομότερο από αυτόν τον χαλασμό.
Κάποια στιγμή άρχισαν να αχνοφαίνονται κάποιοι ορεινοί όγκοι, γεγονός που λειτούργησε σαν μια λυτρωτική ένεση ηθικού.

Παρατηρούσα επίμονα την πυξίδα και πρόσεξα πως, μόνο όταν η πλώρη μας είχε στραφεί 35 μοίρες νοτιότερα από την αρχική μας πορεία, η πλεύση μας άρχισε κάπως να στρώνει.

Στις μοίρες αυτές βέβαια οδηγούμασταν αρκετά νοτιότερα, ακόμα και από τα νησιά Maddalena.
Καθώς διέκρινα δεξιά μας τους διάσπαρτους ορεινούς όγκους των νησιών αυτών, έκανα κάποιες ύστατες προσπάθειες να τις σημαδέψω με την πλώρη μου. Ήταν όμως πραγματικά αδύνατο. Η θάλασσα έμοιαζε με ένα απειλητικό θεριό που ήταν απίστευτα θυμωμένο. Έτσι τα παράτησα και τιμόνευα το φουσκωτό, κρατώντας πορεία προς τις ακτές της Σαρδηνίας. Μας έμεναν μόλις 15 ναυτικά μίλια τα οποία, όμως, φάνταζαν ατελείωτα. Μοναδικός μας σκοπός ήταν τώρα να προσεγγίσουμε στη στεριά πριν μας προλάβει η νύχτα...

Σούρουπο πια, διακρίναμε πίσω από έναν κάβο αρκετά σκάφη που ήταν αγκυροβολημένα αρόδου. Αυτό μας έδειχνε πως εκεί η θάλασσα θα ήταν κάλμα. Στραφήκαμε προς το μέρος τους και δεν μας απασχολούσε καθόλου το πού βρισκόμασταν. Το μόνο που θέλαμε ήταν να φουντάρουμε σε έναν γαλήνιο όρμο και να φτιάξουμε ένα ζεστό καφέ.
Πραγματικά, σε λίγη ώρα έλαβε τέλος η πολύωρη βασανιστική μας πλεύση και η καδένα της άγκυρας συρόταν προς το βυθό. Τα νερά εδώ έμοιαζαν με λίμνη και αυτό ήταν το ωραιότερο που μπορούσε να μας συμβεί. Κανένας μας δεν είχε τη διάθεση να κοιτάξει το χάρτη για να δει σε ποιο τόπο μας είχε βγάλει η θάλασσα. Βάλαμε ζεστά ρούχα, ψήσαμε γρήγορα τους καφέδες μας, και καθίσαμε στις πρυμνιές μαξιλάρες. Αμίλητοι, ρουφούσαμε τόσο απολαυστικά τον ζεστό καφέ, χωρίς να αποζητούμε τίποτα άλλο. Αυτές οι γουλιές του καφέ άξιζαν για εμάς όσο όλο το χρυσάφι του κόσμου. Κι ας ήτανε πικρές, γιατί μας είχε σωθεί η ζάχαρη. Είχαμε φάει τόση θάλασσα που νιώθαμε πως τώρα βρισκόμασταν στο ομορφότερο μέρος του κόσμου.

Βρισκόμασταν στη Σμαραγδένια ακτή!

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα και κανένας μας δεν έλεγε να κουνηθεί από τη γωνιά του. Ήταν τόσο μεγάλη η κούρασή μας που αρνιόμασταν να εγκαταλείψουμε τους ζεστούς μας υπνόσακους, παρόλο που τα μάτια μας ήταν ανοιχτά εδώ και ώρα. Μόνο όταν ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά ψηλά άρχισε να παρατηρείται κάποια κινητικότητα στο κατάστρωμα. Αφού ήπιαμε το πρωινό μας καφεδάκι, η κουβέντα μας στράφηκε στην περιπετειώδη πλεύση της προηγούμενης μέρας, ενώ τώρα καθόμασταν αναπαυτικά στις ξαπλώστρες, απολαμβάνοντας την απόλυτη γαλήνη του όρμου.

Αυτή, φίλοι μου, τελικά είναι η θάλασσα: εξαιρετικά άτιμη, μα και ανείπωτα γλυκιά! Τη μία προσπαθεί να σε πνίξει και την άλλη σε πάει με μιας στον παράδεισο, χαρίζοντάς σου παραμυθένιες στιγμές και εικόνες. Κι εμείς, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, ζήσαμε έντονα και τα δύο της πρόσωπα. Φωλιασμένοι πια με ασφάλεια στη θαλπωρή του υπήνεμου όρμου μας, απολαμβάναμε για πολλή ώρα το κολύμπι στα ήρεμα νερά και ρουφούσαμε με όλες μας τις αισθήσεις τις μοναδικές αυτές στιγμές.

Κάποια στιγμή ανοίξαμε τους χάρτες και τα βιβλία μας και διαπιστώσαμε πως η θάλασσα μάς είχε βγάλει σε μια από τις πιο εκλεκτές περιοχές ολόκληρης της Μεσογείου. Στην περίφημη Σμαραγδένια ακτή ή αλλιώς Costa Smeralda (όπως είναι γνωστή ολόκληρη η βορειοανατολική ακτή της Σαρδηνίας).

Η ειρωνεία είναι μάλιστα πως βρήκαμε καταφύγιο στην παραλία Paddha, η οποία βρίσκεται στη δυτική πλευρά του όρμου Pevero, κάτω ακριβώς από το διάσημο Porto Cervo.

Χωρίς να είναι μέσα στα πλάνα του ταξιδιού μας λοιπόν, αφού βρεθήκαμε εδώ λόγω κακοκαιρίας, δεν θα αφήναμε την ευκαιρία να πάει χαμένη, μιας και η Σμαραγδένια ακτή είναι από τους πιο διάσημους προορισμούς όλου του κόσμου (βλέπε σχετικό ένθετο).

Πέρα από τα έργα υποδομών που έχουν γίνει, η «Σμαραγδένια Ακτή» διαθέτει πολύ όμορφες δαντελωτές ακτές που σχηματίζουν διαδοχικούς όρμους, ολόλευκες αμμουδιές και υπέροχα νερά.
Ένας ακόμα λόγος που κάνει τη Σμαραγδένια Ακτή να ξεχωρίζει ως τόπος διακοπών είναι πως βρίσκεται μια ανάσα από τα νησιά του αρχιπελάγους Maddalena, τα νησιά Lavezzi, και βέβαια από τη νότια Κορσική και το μοναδικό Bonifacio. Σε μια έκταση μόλις 20 ναυτικών μιλίων βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι οι παραπάνω προορισμοί που, χωρίς καμιά αμφιβολία, βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των ομορφότερων περιοχών στη Μεσόγειο.

Στη θαλάσσια αυτή περιοχή, από την Costa Smeralda της Σαρδηνίας έως το Bonifacio της Κορσικής, θα συναντήσουμε στόλους ολόκληρους από σκάφη αναψυχής, πολλά από τα οποία είναι από τα μεγαλύτερα και ακριβότερα στον κόσμο. Και αυτό βέβαια που μας έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν πως πολλές θαλαμηγοί διέθεταν και το δικό τους ελικόπτερο, που κατείχε ρόλο tender, για τους πλούσιους ιδιοκτήτες τους. Κάτι, που μετά από την παραμονή μας για λίγες μέρες σε τούτα τα μέρη, μάς έγινε μια συνηθισμένη εικόνα.

Η διάσημη Σμαραγδένια ακτή
Η φήμη της Costa Smeralda εξαπλώθηκε στα πέρατα του κόσμου από το 1962, όταν μια μεγάλη ομάδα ξένων επενδυτών, με επικεφαλής τον Πρίγκιπα Aga Khan, διέθεσε τεράστια κεφάλαια για να δημιουργήσει έναν πλούσιο τόπο που να απευθύνεται σε ανθρώπους της «υψηλής κοινωνίας».
Από τότε μεταμορφώθηκαν ολόκληρες περιοχές, χτίστηκαν υπερπολυτελή ξενοδοχεία και εντυπωσιακές βίλες, διαμορφώθηκαν τεράστιες εκτάσεις, φτιάχτηκαν πρότυπα χωριά, και κατασκευάστηκαν μεγάλες και πλήρως εξοπλισμένες μαρίνες κατά μήκος των ακτών, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγα χρόνια ολόκληρη η βορειοανατολική ακτή της Σαρδηνίας να γίνει ένας από τους πιο διάσημους προορισμούς του κόσμου.
Η υλοποίηση των μεγαλόπνοων αυτών έργων ανατέθηκε σε διάσημους αρχιτέκτονες και το αποτέλεσμα είναι πραγματικό μοναδικό. Κάθε κατασκευή είναι απόλυτα εναρμονισμένη και ταιριαστή με το περιβάλλον και το φυσικό τοπίο της περιοχής, μέχρι και την τελευταία της λεπτομέρεια. Είναι χαρακτηριστικό πως ολόκληροι οικισμοί που είναι φτιαγμένοι στις πλαγιές των χαμηλών λόφων, δεν διακρίνονται αν δεν πλησιάσεις πολύ κοντά, και πρέπει πολλές φορές να παρατηρείς πολύ προσεκτικά για να ξεχωρίσεις τα σπίτια που βρίσκονται ανάμεσα στα βράχια και είναι βαμμένα στο ίδιο χρώμα με αυτά.
Στις μέρες μας, πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες, τραγουδιστές και ηθοποιοί έχουν αγοράσει εξοχικά στην Costa Smeralda, οι πανάκριβες μαρίνες της οποίας είναι γεμάτες με υπερπολυτελή γιοτ και μεγάλα σκάφη επώνυμων σχεδιαστών.

Περιήγηση στον όρμο Porto Cervo

Aφού ξεκουραστήκαμε αρκετά και ανακτήσαμε τις δυνάμεις μας, κινήσαμε για τον κάβο που βρισκόταν ένα μίλι πιο βόρεια από την παραλία όπου διανυκτερεύσαμε, μετά από τον οποίον ανοίγεται η είσοδος του όρμου που φιλοξενεί το Porto Cervo. Διανύοντας μόλις λίγα μέτρα από την μπούκα του μακρόστενου όρμου, ο οποίος εισχωρεί για ένα χιλιόμετρο μέσα στη στεριά, βρεθήκαμε σε ένα μαγευτικό μέρος όπου τα πάντα έμοιαζαν παραμυθένια.

Στα αριστερά μας απλωνόταν ένας υπέροχος οικισμός, που κατηφόριζε στις ομαλές πλαγιές των χαμηλών λόφων του όρμου, με τα σπίτια του να είναι βαμμένα με τα ίδια γήινα χρώματα ώστε να ταιριάζουν απόλυτα με τους καφετί βράχους της ακτής. Στα δεξιά μας, φωλιασμένες μέσα στην πυκνή βλάστηση, βρίσκονταν εκπληκτικές βίλες, όλες με χαμηλό ύψος και κεραμοσκεπές στην οροφή τους, των οποίων οι μεγάλοι κήποι με τα πολύχρωμα λουλούδια κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα όπου βρίσκονται τα προσωπικά ντοκάκια των ιδιοκτητών.

Όλα είναι τόσο καλόγουστα, και κυρίως χωρίς υπερβολές, φτιαγμένα αποκλειστικά από τοπικά υλικά, τονίζοντας τη γνήσια μεσογειακή τους αρχιτεκτονική. Είναι ολοφάνερο πως κάθε κατασκευή ακολουθεί αυστηρούς κανόνες δόμησης, που βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με το φυσικό τοπίο. Η χλιδή είναι αποτυπωμένη παντού, με πάρα πολύ κομψό όμως τρόπο, που όχι μόνο δεν ενοχλεί, αλλά αντίθετα σε γεμίζει με πολύ όμορφα συναισθήματα. Το Porto Cervo είναι η καρδιά και ο καθρέφτης τής Costa Smeralda, αποτελεί το κέντρο της ευρύτερης περιοχής και ένα από τα πιο όμορφα θέρετρα της Μεσογείου.

Λίγο μετά την μπούκα, στη νότια πλευρά του όρμου, βρίσκεται το λιμάνι, ενώ στο βάθος του όρμου συναντάμε τη μεγάλη και εντυπωσιακή μαρίνα. Τους καλοκαιρινούς μήνες ολόκληρη η μαρίνα μετατρέπεται σε μια εντυπωσιακή πασαρέλα υπερπολυτελών σκαφών, και σίγουρα εδώ θα συναντήσουμε πολλά από τα πιο ακριβά σκάφη ολόκληρου του κόσμου. Και βέβαια ο περίπατος γύρω από τη μαρίνα αποτελεί μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Υπέροχα μαγαζιά διάσημων οίκων, πανέμορφα καφέ και εστιατόρια ανάμεσα σε μοναδικά πολυτελή κτίρια, συνθέτουν έναν απίθανο τόπο που δεν μπορεί παρά να γοητεύει κάθε επισκέπτη.

Φτάνοντας στην όμορφη εκκλησία «Stella Maris», όπου υπάρχει και ένας πίνακας του Ελ Γκρέκο, θα θαυμάσουμε τη μαγευτική θέα προς τη μαρίνα που χωρίς καμιά αμφιβολία αποτελεί ένα κόσμημα της Σαρδηνίας και μια από τις ομορφότερες μαρίνες της Μεσογείου.
Θεωρώντας τους εαυτούς μας πολύ τυχερούς, ως επισκέπτες και κυρίως ως καπετάνιους, που είχαμε την ευκαιρία να φουντάρουμε και να δέσουμε στον παραμυθένιο αυτόν τόπο, βγαίναμε αργά αργά από τη μπούκα του Porto Cervo χωρίς ακόμα να έχουμε συνειδητοποιήσει πως μόλις πριν από λίγο βιώναμε μερικές από τις ομορφότερες θαλασσινές μας εμπειρίες.

 

Στο αρχιπέλαγος La Maddalena

Σε λίγα λεπτά βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στο περίφημο αρχιπέλαγος La Maddalena, το οποίο βρίσκεται μια ανάσα από τις βορειοανατολικές ακτές της Σαρδηνίας, κάτω από το στενό του Bonifacio. Επτά νησιά και 55 νησίδες συγκροτούν αυτό το αρχιπέλαγος, το οποίο από το 1994 έχει ανακηρυχθεί σε εθνικό πάρκο, αποτελώντας περιοχή προστασίας σπάνιων θηλαστικών ειδών και πτηνών, αλλά και έναν υπέροχο ταξιδιωτικό προορισμό (βλέπε σχετικό ένθετο).
Αρχικά σαστίσαμε και δεν ξέραμε από πού να πρωτοξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας.
Τελικά, αφήσαμε το ένστικτό μας να μας οδηγήσει, και η πλώρη μας στράφηκε στο στενό δίαυλο που χωρίζει το νησί Maddalena από το νησί Caprera.
Πλέοντας πολύ κοντά στις δυτικές ακτές του νησιού Caprera, μπαίναμε σε κάθε ορμίσκο και παρατηρούσαμε τα πρωτόγνωρα, για εμάς, αυτά μέρη.

Το νησί Caprera, είναι το δεύτερο μεγαλύτερο νησί του αρχιπελάγους (με την ψηλότερη κορυφή του να φτάνει στα 212 μέτρα), και είναι γνωστό ως νησί του θρυλικού Giuseppe Garibaldi, πατέρα της ιταλικής επανάστασης, ο οποίος πέρασε εδώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ένας ανυψωμένος αυτοκινητόδρομος που φτιάχτηκε το 1891, πάνω σε ένα εξακοσίων μέτρων μακρύ φράγμα, συνδέει τα νησιά Caprera και Maddalena, αφήνοντας ένα στενό άνοιγμα κάτω από τη γέφυρα όπου περνούν τα διερχόμενα σκάφη. Λίγο πιο πέρα, από εκεί που καταλήγει αυτός ο αυτοκινητόδρομος στο νησί Caprera, βίσκεται και το σπίτι όπου έζησε ο Garibaldi, γνωστό ως Casa Bianca, που αποτελεί πια ένα σημαντικό μουσείο το οποίο επισκέπτεται καθημερινά πολύς κόσμος.
Και μπορεί το νησί να έχει συνδέσει το όνομα και τη φήμη του με τον Giuseppe Garibaldi, αξίζει ωστόσο να το επισκεφθεί κανείς και για τις ακτές του, όπου κρύβονται μερικές από τις ομορφότερες παραλίες του αρχιπελάγους.
Νότια του μικρού κάβου Coticcio βρίσκονται δύο υπέροχες, πολύ μικρές αμμουδιές, με κρυστάλλινα νερά, και θα είμαστε πολύ τυχεροί αν προλάβουμε να αγκυροβολήσουμε κοντά τους. Είναι τόσο όμορφα εδώ, που οι ντόπιοι έχουν μετονομάσει το μέρος σε «Tahiti»!

Στα νοτιοανατολικά του νησιού, στον ισθμό που οδηγεί στο ακρωτήρι Rossa, βρίσκεται η δίδυμη ακτή Due Mari όπου συγκεντρώνεται πολύς κόσμος. Στην ανατολική πλευρά του ισθμού σχηματίζεται ο όρμος Cala Portese, με τη μαγευτική ολόλευκη αμμουδιά της. Από εδώ μπορούμε να πάρουμε το μονοπάτι που τρέχει ανατολικά και μετά από λίγα λεπτά μας βγάζει στην παραλία Relitto, μια απίθανη ακτή με υπέροχα νερά, που θα μας συναρπάσει. Εδώ βρίσκονται και τα απομεινάρια από ένα παλιό ξύλινο σκαρί που ναυάγησε πριν από πολλά χρόνια και αποτελεί πια αξιοθέατο για τους επισκέπτες.
Πολύ κοντά από την ακτή Relitto βρίσκεται και ο καλοσχηματισμένος όρμος Cala Andreana, με εξίσου θαυμάσια νερά που καταλήγουν σε μια υπέροχη λεπτόκοκκη αμμουδιά.

 

Στο ομώνυμο νησί

Μετά τη σύντομη περιπλάνησή μας στην Caprera αποφασίσαμε να επισκεφτούμε τη Maddalena, το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος, από όπου προέρχεται και το όνομα του αρχιπελάγους.
Διασχίζοντας το στενό δίαυλο των νησιών Maddalena και Caprera, περάσαμε αργά αργά κάτω από τη χαμηλή σιδερένια γέφυρα, που ουσιαστικά συνδέει τα δύο αυτά νησιά. Είχαμε σκοπό να κάνουμε τον περίπλου του νησιού Maddalena και, περιπλέοντας τις δυτικές ακτές του, να καταλήξουμε στο λιμάνι της που βρίσκεται στη νότια πλευρά του.

Κατευθυνθήκαμε έτσι προς το βορειοανατολικό άκρο του νησιού, και σύντομα φτάσαμε στον όρμο Cala Lunga.
Είναι ένας αρκετά βαθύς όρμος, με καταπράσινα νερά, που αποτελεί ένα πολύ καλό και ασφαλές σημείο για διανυκτέρευση. Το δυνατό του, ωστόσο, «χαρτί» είναι πως στη βορινή του πλευρά βρίσκεται η υπέροχη μαρίνα Porto Massimo, η οποία περιβάλλεται από ένα καταπληκτικό ξενοδοχειακό συγκρότημα που έχει τη μορφή μικρού γραφικού χωριού.

Η μαρίνα Porto Massimo είναι ιδιαίτερα φινετσάτη, πολύ όμορφα διαμορφωμένη, με όλες τις σύγχρονες παροχές για τα σκάφη αναψυχής. Με 200 περίπου θέσεις ελλιμενισμού προσφέρει νερό, ρεύμα, μπάνια και τουαλέτες, χωρίς όμως τη δυνατότητα ανεφοδιασμού σε καύσιμα. Τα σπίτια του ξενοδοχειακού συγκροτήματος είναι αμφιθεατρικά χτισμένα στις πλαγιές των χαμηλών λόφων, και βαμμένα με γήινα χρώματα ώστε να ταιριάζουν με τους γύρω κατακόκκινους βράχους.

Κατά μήκος της αριστερής πλευράς της μαρίνας τρέχει ένα μικρό δρομάκι, παράλληλα με τα όμορφα σπιτάκια του «οικισμού», τα οποία είναι γεμάτα με πολύχρωμα λουλούδια και υπέροχες μπουκαμβίλιες. Στο δρομάκι αυτό συναντάμε μια σειρά από φοίνικες που, μαζί με τα τραπεζάκια του μικρού καφέ που βρίσκονται κάτω από τη σκιά τους, συνθέτουν μια πολύ όμορφη και ελκυστική εικόνα.

Αφού πλαγιοδετήσαμε λοιπόν στη μακριά πλωτή εξέδρα που βρίσκεται ανάμεσα στη μαρίνα και τον όρμο Cala Lunga, και η οποία έχει στηθεί για να υποδέχεται τα σκάφη των επισκεπτών που σκοπεύουν να μείνουν προσωρινά, κατευθυνθήκαμε στο μικρό καφέ και απολαύσαμε τον εσπρέσο μας, γοητευμένοι από το μοναδικό σκηνικό και την απόλυτη γαλήνη αυτού του τόπου.

Αν και αυτός ο τόπος είναι εξ ολοκλήρου τεχνητός, αποτελούμενος από τα σπιτάκια του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, την ιδιωτική μαρίνα, το καφέ και ένα μόνο μίνι-μάρκετ για τις απαραίτητες προμήθειες, συγκροτεί στο σύνολό του ένα θαυμάσιο μέρος, άριστο δείγμα κομψότητας και καλαισθησίας. Επιπλέον, λόγω και της θέσης του, αποτελεί ένα ιδανικό ορμητήριο για καθημερινές εξορμήσεις προς τα γύρω νησάκια. Οι τιμές μάλιστα του ξενοδοχείου είναι πολύ προσιτές και έτσι μπορούμε να μείνουμε σε κάποιο από τα ανεξάρτητα σπιτάκια του και να έχουμε το σκάφος μπροστά μας, δεμένο στην υπέροχη μαρίνα.
Ένα σημαντικό ακόμα πλεονέκτημα είναι πως η μαρίνα συνδέεται με τοπικά λεωφορεία που εκτελούν κάθε ώρα δρομολόγια για το λιμάνι, που απέχει γύρω στα έξι χιλιόμετρα, αλλά και για το γειτονικό νησί Caprera.
Αφού ξοδέψαμε αρκετό χρόνο κάνοντας βόλτες στα δρομάκια του «οικισμού» και στις πλωτές εξέδρες της μαρίνας, συμφωνήσαμε ομόφωνα να επιστρέψουμε το σούρουπο, και επειδή δεν υπήρχε βέβαια κάποιο ελεύθερο δωμάτιο, θα διανυκτερεύαμε ξανά στο φουσκωτό, αγκυροβολημένοι στα γαλήνια νερά του όρμου της Cala Lunga.

Προορισμός... Maddalena
Τα νησιά του αρχιπελάγους Maddalena είναι ουσιαστικά τα ψηλότερα σημεία της πεδιάδας που κάποτε ένωνε τη Σαρδηνία με την Κορσική. Τα κυριότερα και μεγαλύτερα νησιά του αρχιπελάγους χωρίζονται σε δύο ομάδες: τη νότια, η οποία περιελαμβάνει τα νησιά Maddalena, Caprera, S. Stefano και Spargi, και τη βόρεια που βρίσκεται δύο ναυτικά μίλια πιο πάνω, στο ύψος του στενού του Bonifacio, και περιλαμβάνει τα νησιά Budelli, S. Maria και Razzoli.
Τα νησιά αυτά αποτελούν εδώ και πολλά χρόνια έναν πολύ ελκυστικό προορισμό και βέβαια μόνο τυχαίο δεν είναι αυτό, αφού εδώ φιλοξενούνται μερικές από τις ωραιότερες παραλίες της Μεσογείου.
Οι κατακόκκινοι γρανιτένιοι βράχοι των νησιών, και οι αναρίθμητοι όρμοι που συχνά καταλήγουν σε ολόλευκες αμμουδιές με μαγευτικά τιρκουάζ νερά, συνθέτουν εικόνες με εξωτικά χρώματα που σπάνια συναντά κανείς. Αν σε όλα αυτά συνυπολογίσουμε την ιδιαίτερα κοντινή απόσταση μεταξύ τους, όπου μπορείς να περιπλανηθείς ακόμα και με ένα μικρό βαρκάκι, και τους διαδοχικούς υπήνεμους όρμους που προστατεύονται απόλυτα από το μαΐστρο -ο κύριος άνεμος του καλοκαιριού σε τούτα τα μέρη-, τότε εξηγείται αυτόματα γιατί το αρχιπέλαγος Maddalena κατακλύζεται από αμέτρητα σκάφη αναψυχής και αποτελεί την πιο πολυσύχναστη θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου. Χωρίς καμιά αμφιβολία είναι ο ιδανικό προορισμός για διακοπές με σκάφος, και αν έχουμε την ευκαιρία να περιπλανηθούμε σε αυτά τα νερά τον Ιούνιο ή τον Σεπτέμβριο, τότε είναι βέβαιο πως θα γοητευτούμε τόσο πολύ που δύσκολα θα μπορέσουμε ποτέ να τα βγάλουμε από το μυαλό μας.

Γνωρίζοντας το νησί

Καβατζάραμε λοιπόν το βορινό ακρωτήρι του νησιού, αμέσως μετά από το οποίο ανοίγεται ο μεγάλος όρμος Stagno Torto. Μέσα στον όρμο αυτό, ο οποίος περιβάλλεται από χαμηλούς λόφους, σχηματίζονται αρκετές εξαιρετικές αμμουδιές, με πολύ όμορφα και διάφανα νερά. Συγκεντρώνει, όμως, πολύ κόσμο, μιας και ο δρόμος τρέχει σε πολύ μικρή απόσταση από τις ακτές και κυκλώνει ολόκληρο τον όρμο.

Για να ευχαριστηθούμε αυτές τις παραλίες πρέπει να τις επισκεφθούμε τις πρωινές ώρες, και βέβαια μια μέρα που δεν θα φυσά ο μαΐστρος και τα νερά θα είναι γαλήνια.
Στη μέση περίπου της δυτικής πλευράς του νησιού συναντούμε τον ανοιχτό όρμο Cala Maiore, στο μυχό του οποίου βρίσκεται η διάσημη ακτή Bassa Trinita. Η ολόλευκη αμμουδιά και τα κρυστάλλινα νερά της είναι οι αιτίες που αυτή η ακτή βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων, για ντόπιους και επισκέπτες. Δύο μίλια νοτιότερα συναντούμε τον όρμο Cala Francese, η είσοδος του οποίου βλέπει στο νοτιά, προσφέροντας ένα πολύ καλό αγκυροβόλιο που προστατεύεται από τους δυτικούς και βορειοδυτικούς ανέμους. Είναι ένας πολύ όμορφος όρμος που προσφέρεται για διανυκτέρευση, ιδιαίτερα αν προσεγγίσουμε στη βορειοδυτική του πλευρά όπου βρίσκεται ένας μικρός τσιμεντένιος ντόκος.

Γυρίζοντας στη νότια πλευρά του νησιού, στην αρχή του στενού διαύλου που σχηματίζεται με τη νησίδα S. Stefano, βρίσκεται ο όρμος Cala Gavetta που αποτελεί το παλιό λιμάνι της πόλης Maddalena. Γύρω από τον όρμο αυτόν είχαν χτιστεί τα πρώτα σπίτια του χωριού, το οποίο επεκτάθηκε αργότερα βορειοανατολικά και μετατράπηκε σε μια μικρή πόλη. Είναι ένα ευχάριστο και ζωντανό μακρόστενο λιμάνι, το οποίο περιβάλλεται από πολύ όμορφα κτίρια.

Πριν ακόμα μπούμε από τη στενή είσοδό του αντιλαμβανόμαστε πως εδώ χτυπά η καρδιά του νησιού, αλλά και ολόκληρου του αρχιπελάγους. Αμέσως αριστερά από την μπούκα του λιμανιού, σε ένα μεγάλο και άνετο χώρο, βρίσκεται το πρατήριο καυσίμων.
Πλαγιοδετήσαμε και αφού φουλάραμε με καύσιμα, κατευθυνθήκαμε στο βάθος του λιμανιού που είναι και το στενότερο σημείο του. Εκεί, υπάρχει ένας περιορισμένος χώρος όπου επιτρέπεται να δένουν προσωρινά τα σκάφη αναψυχής. Βέβαια την εποχή αυτή είναι πολύ δύσκολο να βρούμε ελεύθερη θέση, αλλά αξίζει τον κόπο να επιμένουμε. Στην αριστερή πλευρά του λιμανιού υπάρχουν τέσσερις πλωτές εξέδρες, είναι όμως μόνιμα κατειλημμένες από τοπικά σκάφη. Στη δεξιά πλευρά του βρίσκεται η προκυμαία, η οποία είναι γεμάτη με μεγάλα σκάφη.
Με λίγη προσπάθεια, στριμωχτήκαμε ανάμεσα σε κάποια φουσκωτά Iταλών και έτσι είχαμε την ευκαιρία να βγούμε για μια μικρή βόλτα. Από το λιμάνι ξεκινά ο κεντρικός λιθόστρωτος πεζόδρομος Via Garibaldi που μας βγάζει στην κεντρική πλατεία Umberto. Ο πεζόδρομος αυτός είναι γεμάτος με μαγαζιά, εστιατόρια και καφέ, όπου συνωστίζεται πολύς κόσμος.
Αφού αγοράσαμε κάποια αναμνηστικά δωράκια, φτάσαμε στην κεντρική πλατεία όπου δεσπόζει το μεγάλο και εντυπωσιακό κτίριο του Δημαρχείου. Ακριβώς απέναντι από την είσοδό του βρίσκεται ένα όμορφο καφέ, όπου και καθίσαμε για ένα τονωτικό καφεδάκι. Ο λιθόστρωτος πεζόδρομος συνεχίζεται και μετά το Δημαρχείο, προχωρώντας ανάμεσα σε υπέροχα διώροφα σπίτια, όπου ξεχωρίζουν τα μικρά σιδερένια μπαλκονάκια και τα παραδοσιακά πράσινα και καφέ παραθυρόφυλλα. Στα ισόγεια των σπιτιών αυτών φιλοξενούνται τα τουριστικά μαγαζάκια, τα οποία γεμίζουν από τους περαστικούς. Ο όμορφος αυτός πεζόδρομος οδηγεί τελικά στην ανατολική πλευρά της πόλης όπου βίσκεται και το εμπορικό λιμάνι.
Από εδώ περνά και ο παραλιακός δρόμος, πλάι από τον οποίο υπάρχουν μεγάλοι πεζόδρομοι με εστιατόρια, καφετέριες και πιτσαρίες. Τα εντυπωσιακά πολυώροφα κτίρια τριγύρω, τα οποία όμως διατηρούν τις παραδοσιακές αρχιτεκτονικές γραμμές, καθώς και οι μεγάλοι φοίνικες της παραλιακής δίνουν το στίγμα μιας σύγχρονης και πολυσύχναστης πόλης.
Νωρίς το απόγευμα βγαίναμε από την μπούκα της Cala Gavetta και γυρίσαμε προς την ανατολική πλευρά του νησιού. Πολύ σύντομα φτάσαμε στην αγαπημένη μας Cala Lunga, όπου σκοπεύαμε να διανυκτερεύσουμε, και βγήκαμε για την τελευταία μας βόλτα στη μαρίνα Porto Massimo.

Το νησί Maddalena
Αποτελεί τον πυρήνα του ομώνυμου αρχιπελάγους και χωρίζεται με στενούς διαύλους από τα υπόλοιπα νησάκια που το περιβάλλουν, ενώ απέχει μόλις ένα ναυτικό μίλι από τις βορειοανατολικές ακτές της Σαρδηνίας. Η περίμετρός του δεν ξεπερνά τα 13 ναυτικά μίλια, και η έντονα δαντελωτή ακτογραμμή του σχηματίζει όρμους με μεγάλο βάθος, σε μερικούς από τους οποίους βρίσκονται υπέροχες παραλίες.
Είναι το μόνο νησί που ουσιαστικά κατοικείται, και η πόλη -όπου ζουν και οι περισσότεροι από τους 12.000 κατοίκους του- βρίσκεται στη νότια πλευρά, λίγες εκατοντάδες μέτρα απέναντι από τη νησίδα S. Stefano. Είναι μια ζωντανή πόλη, χτισμένη ανάμεσα στους όρμους Gavetta και Chiesa, που τους καλοκαιρινούς μήνες συγκεντρώνει πάρα πολύ κόσμο. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα νησιά, εδώ θα βρούμε τα πάντα: ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, πολλά μαγαζάκια, εστιατόρια, καφέ και όμορφες πλατείες.
Από το λιμάνι φεύγουν συνεχώς τουριστικά καραβάκια που μεταφέρουν τον κόσμο στα γύρω νησάκια και στις κοντινές ακτές της Σαρδηνίας. Η πόλη είναι γνωστή και ως το «Μικρό Παρίσι», και σίγουρα αξίζει να περιπλανηθούμε στα σοκάκια της.

Στη νησίδα Sparghi

Την επόμενη μέρα, αφού πήραμε ένα αλησμόνητο πρωινό στο μικρό καφέ της μαρίνας Porto Massimo, βάλαμε πλώρη για τη νησίδα Spargi. Είναι το δυτικότερο νησί του νότιου γκρουπ του αρχιπελάγους, και χωρίζεται από τη Maddalena με ένα δίαυλο ενός ναυτικού μιλίου. Με σχεδόν κυκλικό σχήμα, αποτελεί το τρίτο μεγαλύτερο νησί και φιλοξενεί μερικές από τις ομορφότερες ακτές του αρχιπελάγους.
Κατευθυνθήκαμε στη νότια πλευρά του, όπου βρίσκεται η περίφημη Cala Corsara. Είναι ένας θαυμάσιος όρμος, στον μυχό του οποίου σχηματίζονται τρεις ανεξάρτητες παραλίες που περιβάλλονται από όμορφα χαμηλά βράχια, και είναι στρωμένες με κατάλευκη λεπτόκοκκη άμμο. Τα νερά σε ολόκληρη την έκταση του όρμου έχουν ένα μοναδικό τιρκουάζ χρώμα, που σε γοητεύει από την πρώτη κιόλας ματιά.

Δεν αντέξαμε στον πειρασμό των υπέροχων νερών και, πριν καλά καλά η άγκυρα κάτσει στον αμμώδη βυθό, επιδοθήκαμε σε μακροβούτια και κολυμπούσαμε εδώ κι εκεί, προσπαθώντας να ευχαριστηθούμε τον μαγικό αυτόν τόπο. Μόνο όταν εξαντληθήκαμε επιστρέψαμε στο φουσκωτό και απλωθήκαμε στις μαξιλάρες για να στεγνώσουμε.
Πολύ σύντομα, άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα τουριστικά καραβάκια, ενώ ο γαλήνιος όρμος γέμισε ασφυκτικά με τόσα πολλά σκάφη, που έδινε την εντύπωση μιας μεγάλης μαρίνας.

Ικανοποιημένοι που προλάβαμε να ζήσουμε έστω και για λίγο, μόνοι σε αυτόν τον μοναδικό όρμο, βιράραμε και καβατζάραμε την Punta Rossa Corsara.

Στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού βρίσκονται στη σειρά τρεις ακόμα εκπληκτικές παραλίες: η Cala Granara, η Cala Conneri, και η μοναδική λευκή αμμουδιά της Rena Bianca, η οποία ανηφορίζει για αρκετά μέτρα στη χαμηλή πλαγιά, και χωρίζεται στα δύο από έναν μεγάλο βράχο που βγαίνει μέχρι τη θάλασσα. Όλες τους είναι θαυμάσιες, με κρυστάλλινα και διαυγέστατα νερά που αντανακλούν όλες τις αποχρώσεις του μπλε, δημιουργώντας μια πανδαισία χρωμάτων.

Περνούσαμε πολύ προσεκτικά ανάμεσα από τα δεκάδες σκάφη που βρίσκονται αγκυροβολημένα κοντά στις ακτές αυτές, ώστε να μπορέσουμε να θαυμάσουμε τα μοναδικά χρώματα των νερών. Ο μόνος τρόπος για να απολαύσουμε τις παραπάνω παραλίες είναι να τις επισκεφθούμε νωρίς το πρωί, πριν αρχίσουν να καταφτάνουν οι ορδές των σκαφών. Ολόκληρο το νότιο και νοτιοανατολικό κομμάτι του νησιού Spargi είναι σπαρμένο με παραδεισένιες αμμουδιές που με κανένα τρόπο δεν πρέπει να χάσουμε.

Στο βορινό σύμπλεγμα του αρχιπελάγους

Δεν είχε πάει ακόμα μεσημέρι και η πλώρη μας στράφηκε 1,5 μίλι βορειότερα, όπου βρίσκονται τα τρία μικρά νησάκια Budelli, Santa Maria και Razzoli, που συνιστούν το βορινό σύμπλεγμα του αρχιπελάγους La Maddalena. Τα νησάκια αυτά βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους και χωρίζονται με ιδιαίτερα στενούς διαύλους που, σε κάποια σημεία τους, δεν ξεπερνούν τα 60 μέτρα.

Χαρακτηρίζονται από έντονα δαντελωτές ακτές, που σχηματίζουν πολλούς βαθείς όρμους. Εδώ θα συναντήσουμε μερικές από τις πιο μαγευτικές παραλίες, οι οποίες έχουν κάνει διάσημο αυτό το αρχιπέλαγος. Εκατοντάδες σκάφη αναψυχής προσεγγίζουν καθημερινά τα τρία αυτά μικρά νησάκια, ευτυχώς όμως είναι πολύ λίγα εκείνα που διαμένουν και μετά το ηλιοβασίλεμα.
Και βέβαια κατευθυνθήκαμε πρώτα στη νησίδα Budelli, στο νοτιοανατολικό άκρο της οποίας βρίσκεται η πιο διάσημη ακτή του αρχιπελάγους και, για πολλούς, μία από τις μαγευτικότερες ολόκληρης της Μεσογείου. Και δεν είναι άλλη, από την ξακουστή Spiaggia Rosa ή αλλιώς Ροζ Ακτή. Το όνομά της αλλά και η φήμη της οφείλονται στα κατεστραμμένα και τριμμένα από τη θάλασσα κοχύλια και κοράλλια, που προσδίδουν μια απίθανη ροζ απόχρωση στην αμμουδιά, στα σημεία όπου η θάλασσα γλείφει την ακτή (ένα φαινόμενο που συναντάμε και στο Ελαφονήσι της Κρήτης).
Κατά τα άλλα είναι μια πολύ όμορφη και καλοσχηματισμένη ακτή, με ολόλευκη αμμουδιά και υπέροχα διάφανα νερά. Βρίσκεται στον μυχό ενός μικρού και αρκετά κλειστού όρμου, ο οποίος περιβάλλεται από πολύ χαμηλούς λόφους, σκεπασμένους με θαμνώδη βλάστηση.

Πλησιάσαμε με το φουσκωτό στην μπούκα του όρμου, αλλά μια σειρά από σημαδούρες απαγορεύει την είσοδο στα σκάφη αναψυχής.
Η Ροζ παραλία είναι ολοκληρωτικά προστατευόμενη. Όχι μόνο δεν επιτρέπεται το κολύμπι, αλλά απαγορεύεται ακόμα και να περπατήσει κανείς στην αμμουδιά.
Από την είσοδο, όμως, του όρμου δεν μπορούσαμε να θαυμάσουμε την Spiaggia Rosa, και έτσι φουντάραμε στον ορμίσκο που βρίσκεται ακριβώς από πάνω.

Από εδώ ξεκινά ένα στενό αλλά ευδιάκριτο μονοπάτι, που προχωρά ανάμεσα από χαμηλούς θάμνους και σύντομα μας βγάζει στην περίφημη ακτή. Πίσω ακριβώς από την αμμουδιά, χωμένη μέσα στους θάμνους και στα λιγοστά δέντρα ώστε να μην φαίνεται, βρίσκεται μια ξύλινη παράγκα όπου διαμένει κάποιος άνθρωπος που πιθανόν είναι υπεύθυνος για την επιτήρηση της παραλίας.

Περάσαμε γύρω γύρω από την απάτητη ολόλευκη αμμουδιά, η πρόσβαση στην οποία αποτρεπόταν από έναν ξύλινο φράχτη, και φτάσαμε στην κορυφή του νότιου κάβου του όρμου. Εδώ είναι και το υψηλότερο σημείο, από όπου μπορούσαμε να έχουμε μια πιο πανοραμική εικόνα της Ροζ Ακτής. Όση ώρα στεκόμουν και θαύμαζα αυτήν την ακτή, περνούσαν από το μυαλό μου οι εκπληκτικές εικόνες της δικής μας Ροζ Ακτής, εκεί στο Ελαφονήσι στα δυτικά της Κρήτης. Οι εικόνες όμως του Ελαφονησίου όπως ήταν πριν από αρκετά χρόνια. Γιατί τώρα γέμισε με πλαστικές ξαπλώστρες και καντίνες, και χρειάζεσαι πια μικροσκόπιο για να διακρίνεις το μοναδικό ροζ χρώμα της αμμουδιάς.
Αντίθετα, οι γείτονες Ιταλοί φρόντισαν να απαγορέψουν την πρόσβαση και από τη στεριά και από τη θάλασσα στη δική τους Ροζ Ακτή, την οποία και χαρακτήρισαν ως περιοχή μοναδικού φυσικού κάλλους. Κάτι βέβαια που λειτούργησε ως μια πολύ ισχυρή διαφήμιση για ολόκληρη την περιοχή και έτσι η φήμη της παραλίας απογειώθηκε, με αποτέλεσμα πολλοί επισκέπτες να έρχονται σε τούτα τα μέρη μόνο και μόνο για να δουν τη Ροζ Ακτή από κοντά.

 

Στα τιρκουάζ νερά της Porto Madonna

Λίγο πιο πάνω από τη Ροζ Ακτή, εκεί που τα τρία νησάκια του συμπλέγματος βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, σχηματίζεται μια μεγάλη -σαν λίμνη- θαλάσσια περιοχή, με εκπληκτικά σμαραγδένια νερά. Μια φυσική πισίνα, η οποία ονομάζεται Porto Madonna, με πολύ ρηχά και διάφανα νερά, τα οποία έχουν μια απίθανη τιρκουάζ απόχρωση. Χρώματα και εικόνες που μας παραπέμπουν σε μακρινούς τροπικούς παραδείσους.

To Porto Madonna αποτελεί ένα από τα πιο ελκυστικά και δημοφιλή σημεία του αρχιπελάγους, όπου καθημερινά συνωστίζονται πολλά σκάφη αναψυχής, με αποτέλεσμα δύσκολα να βρούμε κάποιο ελεύθερο χώρο για να ρίξουμε την άγκυρά μας. Κατά το σούρουπο όμως, τα περισσότερα σκάφη αναχωρούν και μπορούμε να χαρούμε χωρίς φασαρία τον ξεχωριστό αυτόν τόπο, όπου μάλιστα μπορούμε να διανυκτερεύσουμε στα γαλήνια νερά του, που προσφέρουν ασφάλεια σε όλους τους καιρούς. Το ομορφότερο σημείο για διανυκτέρευση βρίσκεται λίγα μέτρα δυτικότερα, στο βορειοανατολικό τμήμα της νησίδας Budelli, πλάι στη μακρόστενη ολόλευκη αμμουδιά της παραλίας Cavaliere. Το πρωινό ξύπνημα και το κολύμπι στα μαγευτικά αυτά νερά, πριν καταφθάσουν τα τουριστικά καραβάκια, θα μας μείνει σίγουρα αξέχαστο.

 

Στο νησί Santa Maria

Περάσαμε με προσοχή από τους σκόρπιους βράχους και τις νησίδες που βρίσκονται ανάμεσα στο Budelli και τη Santa Maria και, διανύοντας μια απόσταση ενός ναυτικού μιλίου, μπήκαμε στον ομώνυμο όρμο της Santa Maria, νοτιοανατολικά του νησιού. Είναι ένας μεγάλος κυκλικός όρμος με πολύ όμορφα νερά, στον μυχό του οποίου απλώνεται σε μεγάλο μήκος μια υπέροχη αμμουδιά. Πίσω ακριβώς από την αμμουδιά υπάρχουν αρκετές εξοχικές κατοικίες, φωλιασμένες μέσα στη χαμηλή βλάστηση. Η Santa Maria είναι το μοναδικό νησί από τα τρία του βορινού συμπλέγματος του αρχιπελάγους Maddalena, στο οποίο συναντούμε κάποια σπίτια. Τα υπόλοιπα είναι εντελώς ακατοίκητα.

Κατευθυνθήκαμε στη βορειοανατολική πλευρά του όρμου και δέσαμε στο λιθόστρωτο ντόκο που βρίσκεται εκεί. Από τη βάση του ξεκινά ένα φαρδύ, χωμάτινο μονοπάτι, που οδηγεί μετά από ένα χιλιόμετρο διαδρομής, στο φάρο της Punta Filetto, στο ανατολικό άκρο του νησιού.
Πήραμε το μονοπάτι το οποίο μας έβγαλε στην κορυφή του χαμηλού λόφου, από όπου είχαμε μια πανοραμική θέα προς τον κόλπο της S. Maria, στα γύρω νησάκια και τους στενούς διαύλους που σχηματίζονται μεταξύ τους.

Στη συνέχεια, το μονοπάτι στενεύει πολύ και, μετά από μια πολύ όμορφη διαδρομή μέσα από την πυκνή θαμνώδη βλάστηση με τα χαμηλά πεύκα, σε είκοσι λεπτά περίπου, μας έβγαλε στο εγκαταλειμμένο κτίριο του φάρου της Punta Filetto.

Μετά από τον ευχάριστο αυτό περίπατό μας, επιστρέψαμε στο λιθόστρωτο ντόκο όπου είχαμε αφήσει το φουσκωτό. Περπατήσαμε κατά μήκος της ψιλής αμμουδιάς, παρατηρώντας τις όμορφες εξοχικές κατοικίες που ήταν πραγματικά ιδιαίτερα περιποιημένες. Πιάσαμε για λίγο την κουβέντα με κάποιους από τους ηλικιωμένους ιδιοκτήτες των κατοικιών αυτών, οι οποίοι ήταν ευγενέστατοι, με τα πρόσωπά τους να εκπέμπουν μια χαρακτηριστική ηρεμία, και αφού μας έδωσαν απλόχερα τις πληροφορίες που θέλαμε, τους χαιρετήσαμε και γυρίσαμε στο φουσκωτό.

Προς το νησί Razzoli

Επιστρέψαμε στο Porto Madonna και κατευθυνθήκαμε στη νότια πλευρά του στενού περάσματος που βρίσκεται ανάμεσα στα νησιά S. Maria και Razzoli. Ο δίαυλος αυτός ονομάζεται Passo degli Asinelli και έχει πλάτος μόλις εξήντα μέτρων. Το βάθος του δεν ξεπερνά τους εβδομήντα πόντους, γεγονός απαγορευτικό για τη διέλευση μεγάλων σκαφών και βέβαια ιστιοπλοϊκών. Πολύ προσεκτικά, με την προπέλα να πιάνει περισσότερο αέρα παρά θάλασσα, διασχίσαμε αργά αργά από το στενό και ρηχό αυτό πέρασμα και γυρίσαμε στην ανατολική πλευρά του νησιού Razzoli.

Ολόκληρη αυτή η ακτογραμμή είναι εξαιρετικά βραχώδης, και οι μικροί ορμίσκοι που σχηματίζονται ανάμεσα στα καφέ βράχια στερούνται από αμμουδιές. Φτάνοντας στο βορινό άκρο του νησιού σταθήκαμε για λίγο κάτω από τον επιβλητικό φάρο, και το εντυπωσιακό, αλλά ερημωμένο, τετραώροφο κτήριο που βρίσκεται δίπλα του.
Δηλώνοντας όλοι την επιθυμία να επισκεφθούμε αυτόν τον φάρο, στρέψαμε την πλώρη μας προς τη δυτική πλευρά του νησιού, όπου βρίσκεται ο εξαιρετικά βαθύς όρμος Cala Lunga.

Μπαίνοντας στα σωθικά του, όσο προχωρούσαμε τόσο στένευε, ενώ άρχιζε να απαγκιάζει απόλυτα από τον πουνέντη, παρ' όλο που η ανοιχτή είσοδός του βλέπει δυτικά. Στο βάθος του όρμου σχηματίζονται δύο μικρές παραλίες, από τις οποίες ξεχωρίζει αυτή που βρίσκεται στη βορινή πλευρά. Στρωμένη με άμμο, πλάι στα γαλήνια καταπράσινα νερά, αποτελεί ένα υπέροχο καταφύγιο, τόσο από τους καιρούς όσο και από τις ορδές των τουριστών, αφού καταφέρνει να παραμένει ερημική ακόμα και αυτήν την εποχή.

Πριν από τις δύο παραπάνω παραλίες, εκεί ακριβώς που αρχίζει να στενεύει ο όρμος Cala Lunga, βρίσκεται ένα μικρό ντοκάκι που είναι φτιαγμένο από μεγάλες πέτρες σε σχήμα κύβου, θυμίζοντας έντονα κατασκευή της αρχαίας εποχής. Από το ντοκάκι ξεκινά ένα στενό δρομάκι που διασχίζει τον ορεινό όγκο του νησιού, ο οποίος είναι έντονα βραχώδης (με κάποια σημεία μόνο χαμηλής θαμνώδους βλάστησης), και οδηγεί στο βορινό άκρο του νησιού, όπου βρίσκεται ο εντυπωσιακός φάρος. Μετά από μισής ώρας περίπου διαδρομή, μέσα σε ένα άγονο αλλά εντυπωσιακό τοπίο όπου κυριαρχούν οι περίεργοι σχηματισμοί των καφέ βράχων, φτάσαμε έξω από το μεγάλο τετράγωνο κτήριο που βρίσκεται πίσω από τον φάρο.
Οι παρατημένες σκαλωσιές αναστήλωσης του κτηρίου ήταν σκουριασμένες, όπως σκουριασμένο και διαβρωμένο από την αρμύρα και το χρόνο ήταν και οτιδήποτε υπήρχε μέσα σε αυτό. Έμοιαζε έτοιμο να καταρρεύσει, αλλά εμείς ανεβήκαμε από την κυκλική εσωτερική του σκάλα και φτάσαμε στην οροφή. Ήμασταν τόσο ψηλά, που ο μεγάλος και εντυπωσιακός πέτρινος φάρος βρισκόταν πολύ πιο χαμηλά από το δικό μας επίπεδο.
Η θέα από εδώ είναι εξαιρετική καθώς δυτικά μας απλώνεται το στενό του Bonifacio, ενώ οι νησίδες Lavezzi που ανήκουν στην Κορσική διακρίνονται πεντακάθαρα.

Η άγρια ομορφιά αυτού του τόπου μάς είχε γοητεύσει και έτσι αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε στην ερημική ακτή που βρίσκεται στο βάθος της Cala Lunga. Αυτή θα ήταν και η τελευταία μας νύχτα στα νερά της Σαρδηνίας και του αρχιπελάγους La Maddalena.
Σκυμμένοι πάνω σε τοπικούς χάρτες καταστρώναμε τα σχέδιά μας για τον επόμενο σταθμό μας, τα νησιά Lavezzi. Από την επομένη, θα περιπλανιόμασταν σε γαλλικές πια θάλασσες, και έπρεπε να ξεχάσουμε τα όποια ιταλικά είχαμε μάθει μέχρι τώρα...

...keep Ribbing!                

gdpr-image
This website uses cookies to improve your experience. By using this website you agree to our Data Protection Policy.
Read more