Approaching the Archipelago of Maddalena at rough sea
Approaching the Archipelago of Maddalena at rough sea
The island of Capri
The island of Capri
By Thomas P.

The lights of marina Piccola had not turned off yet, and we’ve already been travelling at low speed beneath the steep cliffs of the south side of Capri.
We soon arrived near the lighthouse of Punta Carena, where we stood for a while in order to plan our new course. Covering with a towel the electronic equipment of cockpit so as not to ‘blind’ us and sucking the last sips of coffee, we were watching very carefully the sea around us.

Ήταν πεντέμιση η ώρα το πρωί και τα βουβά κύματα μάς έβρισκαν κατάπλωρα. Γνωρίζαμε, όμως, πως ο άνεμος θα αργήσει να γυρίσει σε πουνέντε και η αποθαλασσιά αυτή δεν μας ανησυχούσε καθόλου.
Χαράξαμε την πορεία μας και η πλώρη στράφηκε στις 293°. Προορισμός μας ήταν το συγκρότημα των νησίδων Pontine, και πιο συγκεκριμένα η νησίδα Ventotene από την οποία μας χώριζαν 40 ναυτικά μίλια. Τηρούσαμε αυστηρά τη δέσμευσή μας να ταξιδεύουμε με λιγότερο από 15 κόμβους, περιμένοντας υπομονετικά να χαράξει.

Η σιωπή μας ήταν χαρακτηριστική, αδιάψευστη ένδειξη της απόλυτης προσήλωσής μας στον σκοτεινό ορίζοντα. Ο καθένας παρατηρούσε ερευνητικά τη δική του πλευρά, αν και γνωρίζαμε πως δεν υπήρχαν επικίνδυνα σημεία στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή. Η πιθανότητα, ωστόσο, να διασταυρωθούμε με κάποια σημαδούρα ή άλλο αντικείμενο, αν και ελάχιστη, δεν μας επέτρεπε να εφησυχάζουμε ούτε στιγμή.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό ακριβώς που μας μαγεύει στη νυχτερινή πλεύση, αλλά είμαι απόλυτα βέβαιος πως βιώναμε για μια ακόμη φορά εξωπραγματικές στιγμές. Συναισθήματα και εικόνες από έναν αλλιώτικο κόσμο, σαν να βρισκόμασταν σε κάποια μυστική αποστολή, προσπαθώντας να περνάμε απαρατήρητοι μέσα στην απόλυτη γαλήνη που σκέπαζε τα πάντα γύρω μας.
Μόνο ο ήχος της θάλασσας ακουγόταν, όταν το φουσκωτό σκαμπανέβαζε μαλακά, ακολουθώντας το ανάγλυφο των κυμάτων. Καθώς η πρύμνη μας σερνόταν στα σκοτεινά κύματα, η θάλασσα άσπριζε πίσω μας, χάνοντας προς στιγμή την ομαλή πορεία της προς το νότο. Και αυτός ακριβώς ο ήχος που βγάζει η θάλασσα, φτάνει στα αυτιά μας ως το σαγηνευτικότερο τραγούδι των Σειρήνων.
Κάποια στιγμή, σαν από τηλεπάθεια, κοιταχτήκαμε στα μάτια που έδειχναν γεμάτα με μιαν ανείπωτη χαρά. Με τα χέρια μου κρατούσα σταθερά το τιμόνι, όταν η ματιά μου διασταυρώθηκε με την αναλαμπή του φάρου της Ischia. Κατά τις επτά η ώρα περίπου περνούσαμε πλάι από τις νοτιοδυτικές ακτές της νήσου Ischia, η οποία βρισκόταν στα μισά της διαδρομής μας.

Με το χάραμα

Είχε ήδη χαράξει, και άρχισε σιγά σιγά να ροδίζει χαμηλά ολόκληρος ο ορίζοντας. Ο δρόμος μας ήταν τώρα πιο φωτεινός και εμείς, περισσότερο χαλαροί, στρέφαμε το βλέμμα μας τριγύρω, απολαμβάνοντας τα πορφυρά χρώματα που άρχισαν να βάφουν κάθε γωνιά του ορίζοντα.

Και ξαφνικά, σαν να ξεχείλισε η συσσωρευμένη μας ενέργεια, και η μανέτα σπρώχτηκε απότομα μπροστά. Ολόκληρο το φουσκωτό βγήκε έξω από το νερό και «πετούσε» από κορυφή σε κορυφή, καλύπτοντας έτσι αρκετά ναυτικά μίλια. Τα πρόσωπά μας έλαμπαν και, απόλυτα ευτυχείς, χαιρόμασταν με όλες μας τις αισθήσεις τον αλλιώτικο αυτόν «κόσμο».

Αφήνοντάς την Ischia στην πρύμνη μας, παρατηρούσαμε τον ήλιο που αναδυόταν πίσω από τον ορεινό της όγκο. Στο βάθος, λίγο δεξιότερα από την πλώρη μας, άρχισε να διακρίνεται ο μακρόστενος χαμηλός βράχος της νησίδας Ventotene, η οποία ανήκει στο συγκρότημα των νησιών Pontine.
Τα Pontine Islands μπορεί να είναι άγνωστα σε εμάς, όχι όμως και στους Ιταλούς, αφού βρίσκονται πολύ κοντά στη Ρώμη και τη Νάπολη, αποτελώντας έναν σημαντικό ταξιδιωτικό προορισμό, που τους καλοκαιρινούς μήνες κατακλύζεται στην κυριολεξία από σκάφη αναψυχής.
Σε μια απόσταση μόλις 55 ναυτικών μιλίων βορειότερα, βρίσκονται οι μεγάλες μαρίνες στις εκβολές του ποταμού Τίβερη όπου οι... Ρωμαίοι ελλιμενίζουν τα σκάφη τους. Χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτό το συγκρότημα νησίδων, το επιλέξαμε μόνο και μόνο λόγω της γεωγραφικής του θέσης, ως έναν ενδιάμεσο σταθμό στο δρόμο μας προς την Κορσική και ως αφετηρία για τον διάπλου της Τυρρηνικής, αφού από εδώ η απόσταση για τις απέναντι ακτές της Σαρδηνίας και της Κορσικής κυμαίνεται στα 160 - 170 ναυτικά μίλια.

Τα νησιά Pontine
Τα Pontine islands βρίσκονται ανάμεσα στις 40° 47’ και 40° 59’ βόρειου γεωγραφικού πλάτους και στις 12° 50’ και 13° 30’ ανατολικού γεωγραφικού μήκους. Είναι έξι μικρά νησιά, χωρισμένα σε δύο διαφορετικές συστάδες, που απέχουν μεταξύ τους περίπου 20 ναυτικά μίλια. Η πρώτη συστάδα βρίσκεται βορειοδυτικά και αποτελείται από τις νησίδες Ponza, Palmarola, Zannone και Gavi, ενώ η δεύτερη βρίσκεται νοτιοανατολικά και αποτελείται από τις νησίδες Ventotene και Santo Stefano.
Το πρώτο γκρουπ νησιών απέχει από την κοντινότερη στεριά των δυτικών ακτών της Ιταλίας περίπου 15 ναυτικά μίλια, ενώ το δεύτερο γκρουπ βρίσκεται 25 ναυτικά μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές και 35 ναυτικά μίλια δυτικά από τον κόλπο της Napoli. Τα Pontine Islands, τα οποία συνιστούν το ομώνυμο αρχιπέλαγος του Τυρρηνικού πελάγους, είναι αποτέλεσμα ηφαιστειακής δραστηριότητας και κατοικούνται εδώ και χιλιάδες χρόνια. Το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος είναι η Ponza -από όπου προέρχεται και η ονομασία του- που μαζί με το νησί Ventotene είναι τα μόνα που κατοικούνται. Αυτά τα δύο νησάκια άλλωστε, καθώς και η ακατοίκητη νησίδα Palmarola που βρίσκεται δυτικότερα του συμπλέγματος, αποτελούν και τους μεγαλύτερους πόλους έλξης των Pontine Islands. Στα υπόλοιπα τρία νησάκια του συμπλέγματος, τα οποία είναι πολύ μικρά και η περίμετρός τους κυμαίνεται από 1 έως 2 ναυτικά μίλια, δεν υπάρχουν παραλίες, δεν παρουσιάζουν όμως κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Τελικά, τα νησιά Pontine ξεπέρασαν κάθε προσδοκία μας και αποδείχθηκαν ένας θαυμάσιος προορισμός, με τη δική τους μοναδική ατμόσφαιρα και το δικό τους ξεχωριστό χρώμα που δεν συναντούμε πουθενά αλλού στη Μεσόγειο. Με ιδιαίτερα θεαματικές ακτές, με υπέροχες παραλίες αλλά και πολύ όμορφους οικισμούς που σε μεταφέρουν πολλούς αιώνες πίσω, αποτελούν χωρίς καμιά αμφιβολία έναν πολύ ελκυστικό ταξιδιωτικό προορισμό που μας χάρισε εικόνες που δεν έχει συνηθίσει να βλέπει το μάτι.

Στη νησίδα Ventotene

Είναι το μεγαλύτερο από το νοτιοανατολικό γκρουπ των νησιών Pontine, και βρίσκεται ένα περίπου μίλι δυτικά από το δεύτερο νησάκι του γκρουπ, το Santo Stefano. Από το 1997 η θαλάσσια περιοχή γύρω από τα δύο νησάκια έχει ανακηρυχθεί σε θαλάσσιο πάρκο. Είναι ένα μακρόστενο και σχεδόν επίπεδο νησί, με μήκος 1.5 ναυτικό μίλι και μέγιστο πλάτος που δεν ξεπερνά το μισό μίλι. Έχει κατεύθυνση από βοειοανατολικά προς νοτιοδυτικά, ψηλώνοντας βαθμιαία στο κατέβασμά του, για να φτάσει στη μεγαλύτερη κορυφή του στα 139 μέτρα ύψος, στο νότιο άκρο του.

Από την εποχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και μέχρι πρόσφατα, η νησίδα Ventotene αποτελούσε τόπο εξορίας. Εδώ έχουν τελέσει «υπό περιορισμό», για διάφορους λόγους, αρκετά μέλη αυτοκρατορικών οικογενειών. Μία από τις πιο διάσημες εξόριστες ήταν και η μοναδική κόρη του Αυγούστου, η Julia, η οποία διέμενε στο παλάτι που ονομάζεται Villa Giulia. Σήμερα, μπορούμε να επισκεφθούμε τα ερείπια της βίλας, που αποτελούν ένα από τα κυριότερα αξιοθέατα του νησιού, στο βορινό άκρο του, την Punta Eolo.
Η νησίδα Ventotene αριθμεί σήμερα 700 μόνιμους κατοίκους και τα τελευταία χρόνια αποτελεί πόλο έλξης πολλών επισκεπτών, κυρίως Ιταλών. Και βέβαια, δεν είναι οι παραλίες του νησιού που προσελκύουν τον κόσμο, αλλά η μοναδική αρχιτεκτονική του οικισμού που μας μεταφέρει έντονα στη ρωμαϊκή εποχή, το παλιό ρωμαϊκό λιμάνι και η υπέροχη ήσυχη ατμόσφαιρα που πλανάται παντού, ακόμα και μεσούσης της θερινής περιόδου. Ακόμα πρόκειται για έναν έξοχο καταδυτικό προορισμό, με πλούσια υδρόβια ζωή, ρωμαϊκά ναυάγια και ποικίλα αρχαία ευρήματα.
Περάσαμε πολύ κοντά από τη βορινή πλευρά της νησίδας Santo Stefano και η πλώρη μας στράφηκε στο βορειοανατολικό άκρο της νησίδας Ventotene. Εκεί βρίσκονται το μοναδικό χωριό και τα δύο λιμάνια του νησιού. Όσο πλησιάζαμε τόσο η εικόνα του μικρού οικισμού γινόταν πιο ελκυστική, με τα γλυκά χρώματα του πρωινού να λούζουν τα παλιά σπίτια, προσδίδοντας μια μαγική διάσταση σε ολόκληρο τον τόπο.
Φτάσαμε έξω από την πολύ στενή μπούκα του παλιού λιμανιού, στο αριστερό άκρο της οποίας δεσπόζει ο ψηλός, ολόλευκος φάρος, και η φωτογραφική μηχανή πήρε κυριολεκτικά «φωτιά».

Το κλείστρο ανοιγόκλεινε συνεχώς, προσπαθώντας να αποτυπώσει όσο το δυνατόν περισσότερη από την ομορφιά αυτού του τόπου, καταγράφοντας μοναδικές, και κυρίως αυθεντικές εικόνες.

Καθώς η πλώρη μας έμπαινε σιγά σιγά στην μπούκα, το θέαμα γινόταν όλο και πιο συναρπαστικό. Μετά από λίγα μέτρα, στα δεξιά μας και σχεδόν σε γωνία 90°, ξεκινά το στενό φιόρδ που τρέχει παράλληλα μπροστά από τα πρώτα σπίτια του οικισμού. Μετά από βορινή πορεία εκατό μέτρων περίπου, το στενό αυτό φιόρδ αποκόπτεται από μια φαρδιά λωρίδα στεριάς, πίσω από την οποία βρίσκεται το νέο λιμάνι του νησιού.
Πρόκειται για ένα τεχνητό κανάλι, το οποίο φτιάχτηκε κατά τους αρχαίους χρόνους, και λέγεται Porto Romano. Είναι το παλιό ρωμαϊκό λιμάνι που παραμένει ακριβώς όπως ήταν στην αρχαιότητα, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα του νησιού και το μοναδικό εν λειτουργία αρχαίο λιμάνι σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Είναι γεμάτο από τοπικές ψαρόβαρκες όπου, μαζί με τα υπέροχα παλιά κτίρια που είναι βαμμένα στο χρώμα της ώχρας, συνιστά μια παραμυθένια εικόνα. Μια πραγματικά μαγευτική θαλασσινή γειτονιά, απόλυτα αυθεντική, που αντανακλά ζωντανή την αρχαία της ιστορία.

Δέσαμε μπροστά από το μοναδικό καφέ της τσιμεντένιας προκυμαίας και βγήκαμε για έναν τονωτικό εσπρέσο. Ήμασταν μόνοι μας στον υπέροχο αυτόν τόπο, καθώς ήταν πολύ νωρίς ακόμα και δεν υπήρχε καθόλου κίνηση στο παλιό λιμανάκι. Απολαμβάναμε την απόλυτη γαλήνη του τόπου, ενώ το βλέμμα μας σάρωνε λαίμαργα κάθε γωνιά. Ο τόπος αυτός ήταν μια απρόσμενη έκπληξη για εμάς και θέλαμε να τον ζήσουμε με όλες μας τις αισθήσεις.

 

Τα δύο λιμάνια του νησιού

Μετά από αρκετή ώρα, σηκωθήκαμε και ξεκινήσαμε για μια μικρή βόλτα γύρω από το μακρόστενο παλιό λιμάνι. Ανεβήκαμε στον κυματοθραύστη που είναι χτισμένος πάνω στον ηφαιστειακό βράχο, και κατευθυνθήκαμε ακριβώς απέναντι από την προκυμαία. Βρισκόμασταν μόλις λίγα μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, όταν το θέαμα έγινε ακόμα πιο όμορφο. Το στενό κανάλι και οι αγκυροβολημένες βάρκες στη σειρά, στα σωθικά του κατάμαυρου ηφαιστειακού βράχου, βρίσκονταν κάτω ακριβώς από τα πόδια μας και είχαμε τώρα μια πιο πανοραμική θέα προς την υπέροχη αυτή γωνιά.
Σαν να μην πέρασε ο χρόνος από εδώ, είχαμε την αίσθηση πως από στιγμή σε στιγμή θα ξεπροβάλλει από τη στενή μπούκα η πλώρη κάποιας ρωμαϊκής γαλέρας, και θα έρθει να δέσει στους δύο εναπομείναντες σμιλεμένους πέτρινους κάβους που ξεχωρίζουν ακόμα στην εσωτερική πλευρά του ηφαιστειακού βράχου, ο οποίος αποτελούσε παλιά τον φυσικό κυματοθραύστη του αρχαίου λιμανιού.

Το αρχαίο λιμανάκι είναι εξ ολοκλήρου τεχνητό και για τη δημιουργία του χρειάστηκε να αφαιρεθούν 60.000 κυβικά ηφαιστειακού βράχου.

Αξίζει να παρατηρήσουμε πως η εσωτερική πλευρά του φυσικού βράχου -που αποτελεί και τον κυματοθραύστη- είναι κάθετα κομμένη, με κατεύθυνση από το νότο προς το βορρά, προσφέροντας προστασία από όλους τους καιρούς. Μόνο οι ισχυροί νοτιοανατολικοί άνεμοι φέρνουν μια ελαφριά ρεστία, χωρίς όμως να αποτελούν κανέναν απολύτως κίνδυνο για τα ελλιμενισμένα σκάφη.

Κάτω από τον ολόλευκο φάρο, που βρίσκεται στην μπούκα του λιμανιού, διακρίνονται καθαρά οι σπηλιές και οι υπόγειες στοές οι οποίες επικοινωνούν μεταξύ τους, όπου οι Ρωμαίοι είχαν εγκαταστήσει μια μικρή βιομηχανία παραγωγής και συντήρησης ψαριών.

Στην απόληξη του παλιού λιμανιού, στη βορινή πλευρά του, παρεμβάλλεται μια φαρδιά λωρίδα στεριάς, η οποία ουσιαστικά το χωρίζει από το νέο μεγάλο λιμάνι, το Porto Nuovo όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Βρίσκεται μέσα στον μεγάλο όρμο Cala Rossano, και προστατεύεται από έναν ογκώδη και μακρύ κυματοθραύστη, που κόβει τη φόρα των κυμάτων που δημιουργούνται από τους ανατολικούς ανέμους.

Η είσοδός του βλέπει στο βορρά και εδώ πιάνουν τα καράβια της γραμμής, τα εμπορικά και τα τουριστικά καραβάκια.

Σε αντίθεση με το παλιό λιμανάκι, το οποίο μπορεί να φιλοξενήσει μόνο σκάφη μικρού μεγέθους, το νέο λιμάνι είναι πολύ ευρύχωρο και στη νότια πλευρά του βρίσκεται η marina di Ventotene. Αποτελείται από δύο μακριές πλωτές εξέδρες που συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας μια αμβλεία γωνία, όπου δένουν συνήθως τα μεγάλα σκάφη αναψυχής.
Στη δυτική πλευρά του όρμου που φιλοξενεί το λιμάνι, υπάρχει μια μεγάλη αμμουδιά που γεμίζει με λουόμενους, ενώ λίγο πιο πέρα βρίσκεται το βενζινάδικο. Εγκατεστημένο πάνω στον σκαμμένο βράχο, κατεβάζει τις μάνικες μέχρι τη θάλασσα για την εξυπηρέτηση των σκαφών αναψυχής.

 

Στην ενδοχώρα

Μετά από τη σύντομη βόλτα μας στο νέο λιμάνι, επιστρέψαμε ξανά στην προκυμαία του ρωμαϊκού λιμανιού, από όπου θα ξεκινούσε η περιήγησή μας μέσα στο χωριό...
Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά, και το παλιό λιμάνι άρχισε να παρουσιάζει κίνηση από κόσμο. Κάποιοι έκαναν την πρωινή τους βόλτα, ενώ τα μαγαζάκια πλάι στο καφέ -οι λειτουργικοί χώροι των οποίων βρίσκονται μέσα στον σκαμμένο ηφαιστειακό βράχο- άνοιγαν τις μεγάλες πόρτες τους.

Ένα άρτια οργανωμένο καταδυτικό κέντρο και μια αποθήκη τροφίμων βρίσκονται δίπλα στο καφέ, ενώ κύριο πρόσωπο της προκυμαίας ήταν ο υπεύθυνος του λιμανιού, που προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τα λιγοστά σκάφη που είχαν δέσει εδώ.

Πήραμε το φαρδύ λιθόστρωτο μονοπάτι που ξεκινά από την προκυμαία, το οποίο -με απανωτά ζιγκ ζαγκ- μας ανεβάζει στην πρώτη μεγάλη πλατεία του οικισμού, την Piazza de Gasperi. Εδώ δεσπόζει η επιβλητική εκκλησία, ενώ λίγο πιο πέρα βρίσκεται ένα μικρό καφέ, που βγάζει τις μεγάλες ομπρέλες και τα τραπεζάκια του στην πλατεία. Αριστερά από την πλατεία ξεκινά το στενό δρομάκι Via Roma, το οποίο «τρέχει» νότια και είναι γεμάτο από μαγαζάκια στη σειρά.

Πολύ σύντομα οδηγούμαστε στη δεύτερη μεγάλη πλατεία, την Piazza Castello. Αυτή είναι και η κεντρική πλατεία του νησιού, όπου δεσπόζει το παλιό τετραώροφο εντυπωσιακό κτήριο, που σαν ένα μεγάλο τετράγωνο κάστρο αποτελεί σημείο αναφοράς της πλατείας.
Μέσα του στεγάζονται το Δημαρχείο και το Μουσείο του νησιού, ενώ στη μεγάλη πλατεία φιλοξενούνται όλες οι καλοκαιρινές εκδηλώσεις, καθώς και το φεστιβάλ κινηματογράφου που διοργανώνεται στο νησί. Περιμετρικά της πλατείας βρίσκονται αρκετά μαγαζάκια, καφέ και εστιατόρια, σε πολύ όμορφα και άριστα συντηρημένα κτήρια.

Προχωρώντας στην ανατολική πλευρά της πλατείας οδηγηθήκαμε σε ένα στενό δρομάκι, το οποίο μετά από λίγα μέτρα μας έβγαλε σε ένα υπέροχο μπαλκόνι. Κάτω ακριβώς από τα πόδια μας απλωνόταν η μοναδική ουσιαστικά παραλία του νησιού, η Cala Nave. Σκεπασμένη με μαύρη ηφαιστειακή άμμο, πλάι στα κάθετα κομμένα βράχια, συνιστά χωρίς αμφιβολία μια ιδιαίτερα όμορφη εικόνα. Βρίσκεται πολύ κοντά στο ρωμαϊκό λιμανάκι, νότια από το λευκό φάρο της μπούκας του.

Επιστρέψαμε στην κεντρική πλατεία και περιπλανηθήκαμε στα γύρω στενά. Τα πάντα ήταν περιποιημένα και καθαρά, ενώ οι λιτές αρχιτεκτονικές γραμμές των σπιτιών -τα οποία είναι κολλητά χτισμένα-, καθώς και οι έντονοι χρωματισμοί τους όπου κυριαρχούν η ώχρα, το ροζ και το πορτοκαλί, συνθέτουν ένα πολύ όμορφο περιβάλλον.

Αυτό βέβαια που μας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η απουσία του κόσμου και η απίστευτη ησυχία που επικρατούσε παντού, ακόμα και στα κεντρικότερα σημεία. Πολύ σπάνια συναντούσαμε κάποιον να περπατά στα σοκάκια, και είχαμε έντονη την αίσθηση πως βρισκόμασταν σε κάποιον πολύ μακρινό και ξεχασμένο τόπο. Από την άλλη μεριά, κρίνοντας από τα σκάφη που ήταν δεμένα στα δύο λιμάνια, γνωρίζαμε πως σίγουρα υπήρχαν αρκετοί επισκέπτες στο νησί. Αυτή η απόλυτη γαλήνη αρχικά μας παραξένεψε αρκετά, μιας και μόλις είχαμε αφιχθεί από το πολύβουο Capri.

Ωστόσο δεν άργησε να μας παρασύρει και να μας υποτάξει σε αργούς ρυθμούς, τους οποίους τόσο πολύ είχαμε ανάγκη.
Επιστρέφοντας στο ρωμαϊκό λιμανάκι όπου είχαμε προσωρινά δεμένο το φουσκωτό, καθίσαμε στο καφέ της προκυμαίας για ακόμη ένα καφεδάκι, πριν ξεκινήσουμε για τον περίπλου του νησιού.
Αυτό θέλαμε να είναι και το τελευταίο σημείο από όπου θα αποχαιρετούσαμε τη νησίδα Ventotene, κι επιθυμούσαμε να εισπράξουμε όσο το δυνατόν περισσότερη ομορφιά από τη μοναδική αυτή θαλασσινή γειτονιά του ρωμαϊκού λιμανιού. Μια ομορφιά που είναι βέβαιο πως θα μείνει για πάντα στην καρδιά μας, σαν μία από τις πιο γλυκιές και κυρίως πιο αυθεντικές γωνιές ολόκληρης της Μεσογείου.

 

Ως το νησάκι του Santo Stefano

Γεμάτοι όμορφα συναισθήματα, βγήκαμε αργά αργά από τη στενή μπούκα, με την πλώρη μας στραμμένη προς το βορρά. Περάσαμε έξω από το νέο λιμάνι και σύντομα καβατζάραμε το βορινό ακρωτήρι Punta Eolo.

Κινούμασταν πολύ κοντά στην ακτή και με πολύ μικρή ταχύτητα, μιας και η περίμετρος της νησίδας Ventotene δεν ξεπερνά τα τέσσερα ναυτικά μίλια. Περάσαμε προσεκτικά ανάμεσα από τις επικίνδυνες ξέρες που βρίσκονται λίγες δεκάδες μέτρα ανοιχτά από την Punta Eolo, και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε την πλευρά του νησιού που βλέπει στο μαΐστρο. Με ένα αρκετά ενοχλητικό αντιμάμαλο που δημιουργούσε (ο μαΐστρος δεν ξεπερνούσε τα 4 μποφόρ), φτάσαμε σύντομα στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού, το Capo dell’ Arco.
Ολόκληρη αυτή η πλευρά του νησιού χαρακτηρίζεται από τα άγρια χαμηλά ηφαιστειακά βράχια, που με την κατάμαυρη όψη τους συνθέτουν μια αρκετά δραματική εικόνα, χωρίς βέβαια την παρουσία κάποιας παραλίας.
Γυρίζοντας στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού, με το τοπίο ελάχιστα να αλλάζει, φτάσαμε έξω από την όμορφη αμμουδιά Cala Nave.
Πολύ κοντά στην παραλία, η θάλασσα παρέμενε αρυτίδωτη, αλλά δεν μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ γιατί οι προστατευτικές σημαδούρες ήταν αραδιασμένες μακριά από την ακτή.

Τελικά, μείναμε να τη θαυμάζουμε από μακριά, φουνταρισμένοι κι εμείς αρόδου, όπως και δεκάδες άλλα σκάφη αναψυχής.
Αφού χαλαρώσαμε για αρκετή ώρα, κολυμπώντας και ρεμβάζοντας περισσότερο, αποφασίσαμε να μην διανυκτερεύσουμε στο νησί και να αποπλεύσουμε για τον επόμενο προορισμό μας, μιας και είχαμε αρκετό χρόνο μέχρι να σουρουπώσει. Πρώτα όμως πεταχτήκαμε ένα μίλι πιο κάτω, για να δούμε από κοντά το «στιγματισμένο» νησάκι του Santo Stefano.

Οι φυλακές του Santo Stefano
Πραγματοποιώντας τον περίπλου του στρόγγυλου αυτού βράχου, του νησιού Santo Stefano, η περίμετρος του οποίου φτάνει μόλις το ένα ναυτικό μίλι, το βλέμμα μας ήταν μόνιμα στραμμένο στην κορυφή του, μιας και οι ακτές του δεν παρουσιάζουν κανένα απολύτως ενδιαφέρον.
Εκεί ψηλά λοιπόν, λίγα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, δεσπόζει το ερημωμένο πια, επιβλητικό κυκλικό κτήριο των παλιών φυλακών. Ένα μέρος πόνου και θλίψης για περισσότερο από δύο αιώνες.
Οι επιβλητικές φυλακές πάνω στον ξερόβραχο, χτίστηκαν το 1795 από τον βασιλιά της Napoli, Φερδινάρδο τον 4ο. Εδώ κατέληγαν όλοι οι φυλακισμένοι που είχαν ισόβια καταδίκη, ενώ κατά καιρούς «φιλοξενήθηκαν» πολύ σημαντικά πρόσωπα. Χαρακτηριστική ήταν η επιγραφή που υπήρχε στην είσοδο των φυλακών «εδώ τελειώνει η δικαιοσύνη του ανθρώπου και αρχίζει η δικαιοσύνη του Θεού».

Κάτω ακριβώς από τις ερημωμένες φυλακές, ισόβια καταδικασμένοι κι εμείς στα μαγευτικά δεσμά της θάλασσας, ήμασταν ξανά σκυμμένοι πάνω από το ναυτικό χάρτη χαράζοντας τη νέα, σύντομη αυτήν τη φορά, πορεία μας...

Στην πολύχρωμη Ponza

Βρισκόμασταν έξω από το βορινό φανάρι της νησίδας Ventotene και μας χώριζαν 22 ναυτικά μίλια από την Ponza, το μεγαλύτερο και δημοφιλέστερο νησί των Pontine Islands. Η πλώρη μας στράφηκε βορειοδυτικά και σημάδευε το νοτιοανατολικό τμήμα της, εκεί όπου βρίσκεται ο μεγάλος όρμος που φιλοξενεί το λιμάνι της. Με τη θάλασσα σύμμαχό μας καλύψαμε γρήγορα τη μικρή απόσταση, και νωρίς το απόγευμα μπαίναμε στο πολυσύχναστο λιμάνι.

Ο αριθμός των σκαφών που ήταν αγκυροβολημένα αρόδου, καθώς και τα δεκάδες σκάφη που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι, μάς έδιναν ήδη τα πρώτα σημαντικά μηνύματα. Φέραμε μια μικρή βόλτα μέσα στον μεγάλο όρμο με σκοπό να πάρουμε μια πρώτη, τοπογραφική εικόνα περισσότερο, και έπειτα κατευθυνθήκαμε στη νότια πλευρά του, όπου βρίσκεται το πολύβουο λιμάνι.
Παρά το γεγονός πως όλη η προσοχή μας ήταν στραμμένη στα διερχόμενα σκάφη που περνούσαν ξυστά από δίπλα μας, η συνολική εικόνα του λιμανιού, με τις τοπικές βάρκες να είναι ρεμετζαρισμένες σε παράλληλες σειρές και τον οικισμό να ακολουθεί πιστά το ανάγλυφο της ακτογραμμής, πραγματικά μας εντυπωσίασε.
Αυτό, βέβαια, που ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά και κρατά το βλέμμα σου προσηλωμένο είναι τα απίθανα χρώματα των παλιών σπιτιών, που μοιάζουν να συναγωνίζονται για το ποιο θα είναι εντονότερο. Ένας απίστευτα ποικιλόχρωμος οικισμός απλώνεται αμφιθεατρικά στις πλαγιές των χαμηλών ηφαιστειογενών λόφων, συνθέτοντας μια πολύ όμορφη και ιδιαίτερα ζωντανή εικόνα, όπου πρωταγωνιστούν οι αποχρώσεις του κόκκινου, της ώχρας, του μπλε και του λευκού.

Ύστερα από τις απαραίτητες φωτογραφίες, πρώτο μας μέλημα ήταν η ανεύρεση θέσης για το φουσκωτό. Μέσα στον όρμο, ο οποίος έχει κυκλικό σχήμα, με την είσοδό του να βλέπει βορειοανατολικά, πέρα από το λιμάνι όπου δεν υπάρχουν ελεύθερες θέσεις για σκάφη αναψυχής, βρίσκονται οκτώ πλωτές εξέδρες που έχουν το ρόλο μικρών μαρινών. Στη νότια πλευρά του όρμου και δίπλα από το λιμάνι βρίσκονται οι δύο πλωτές εξέδρες της Ponzamare, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει και το μοναδικό βενζινάδικο. Ασφυκτικά γεμάτες, με μεγάλα κυρίως σκάφη, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εύρεσης ελεύθερης θέσης.

Στη βορινή πλευρά του όρμου υπάρχουν άλλες δύο πλωτές εξέδρες, οι οποίες είναι και αυτές γεμάτες με μεγάλα σκάφη. Στο μυχό του όρμου, όπου βρίσκεται και η απλωτή φαρδιά αμμουδιά, υπάρχουν ακόμα τέσσερις πλωτές εξέδρες οι οποίες φιλοξενούν μικρότερα σκάφη, και κυρίως φουσκωτά.
Παντού γίνεται πραγματικά το αδιαχώρητο και χρειάζεται μεγάλη υπομονή για να βρεθεί κάποια ελεύθερη θέση. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η διανυκτέρευσή μας -αφού μπορούσαμε να αγκυροβολήσουμε αρόδου μέσα στον όρμο-, αλλά το πώς θα βγαίναμε έξω για τις μικρές μας βόλτες στο λιμανάκι και τον μικρό οικισμό, εφόσον δεν διαθέταμε βοηθητικό βαρκάκι.

Τελικά, στραφήκαμε προς το μυχό του όρμου όπου βρίσκονταν αγκυροβολημένα τα φουσκωτά σε παράλληλες σειρές, κολλητά το ένα με το άλλο. Εκεί μας υποδέχθηκαν οι άνθρωποι που διαχειρίζονται αυτήν την πλευρά και, αφού έδεσαν το φουσκωτό, μάς μετέφεραν στην αμμουδιά με ένα μικρό πλαστικό βαρκάκι. Αυτός είναι άλλωστε ένας προσφιλής τρόπος αγκυροβολίας και μεταφοράς των πληρωμάτων σε ολόκληρη την Ιταλία.

 

Γνωρίζοντας το νησί

Πολύ σύντομα βρισκόμασταν στο πανέμορφο λιμάνι, όπου πολύς κόσμος συνωστιζόταν στο λιθόστρωτο παραλιακό δρομάκι. Είχαμε έντονη την αίσθηση πως βρισκόμασταν σε άλλη εποχή, και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα παλιά πολύχρωμα σπίτια που ακολουθούν πιστά την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του νησιού, και τα οποία, χτισμένα το ένα κολλητά στο άλλο, κοιτούν προς το λιμάνι.
Το κυριότερο στοιχείο όμως που κάνει το λιμάνι να ξεχωρίζει -κάτι που δεν θυμάμαι να έχουμε ξανασυναντήσει στη Μεσόγειο-, είναι τα δύο διαφορετικά επίπεδα που σχηματίζονται γύρω από την προκυμαία, η οποία έχει σχήμα πετάλου.

Ponza: Τα δύο επίπεδα του λιμανιού
Το λιμάνι του νησιού Ponza ξεχωρίζει για τα χρώματά του αλλά και για το γεγονός ότι γύρω από την προκυμαία του σχηματίζονται δύο επίπεδα. Στο χαμηλότερο επίπεδο, το οποίο βρίσκεται στο ύψος της θάλασσας, «τρέχει» ο φαρδύς λιθόστρωτος δρόμος, πλάι σε έναν ψηλό τοίχο που ακολουθεί το περίγραμμα του λιμανιού, ο οποίος φτάνει τα έξι μέτρα ύψος και είναι βαμμένος με έντονο χρώμα. Στα σωθικά αυτού του τοίχου, ο οποίος ξεχωρίζει από μακριά, βρίσκονται στη σειρά οι πόρτες από τα παλιά μαγαζάκια που ουσιαστικά είναι σμιλευμένα μέσα στο βράχο. Παντοπωλεία με τοπικά προϊόντα, τουριστικά γραφεία, μπαράκια, γραφεία ενοικιάσεως βαρκών, καταδυτικά κέντρα και μαγαζάκια με είδη αλιείας πλάι στις τοπικές βάρκες, μας δίνουν μια πολύ όμορφη εικόνα που μας γυρίζει πολλούς αιώνες πίσω.
Πάνω ακριβώς από αυτόν τον ψηλό τοίχο -ουσιαστικά στην οροφή του-, τρέχει ένας άλλος φαρδύς πεζόδρομος, που αποτελεί το δεύτερο επίπεδο της προκυμαίας. Γεμάτος και αυτός με μαγαζιά, καφετέριες και εστιατόρια στη σειρά, με πολύ όμορφη θέα προς το λιμάνι που βρίσκεται ακριβώς από κάτω, αποτελεί το πιο πολυσύχναστο σημείο του νησιού.
Από εδώ περνούν όλοι, κάθε ώρα της ημέρας, για να απολαύσουν έναν καφέ ή να δοκιμάσουν τοπικές σπεσιαλιτέ, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα κομμάτι της ιδιαίτερα ζωντανής ατμόσφαιρας που εκπέμπει τούτη η θαλασσινή γειτονιά της Τυρρηνικής.

Όλα ήταν τόσο γλυκά και όμορφα που ομόφωνα αποφασίσαμε να παρατείνουμε τη διαμονή μας στην Ponza, παρά την αρχική μας πρόθεση για μία και μόνο διανυκτέρευση.
Αφού περπατήσαμε πολλές φορές γύρω από το λιμάνι, καθίσαμε για ένα καφεδάκι στο μπαράκι Tripoli, που έμοιαζε να είναι το καθιερωμένο στέκι για ντόπιους και επισκέπτες.

Μετά από λίγο σηκωθήκαμε και περιπλανηθήκαμε στα σοκάκια του οικισμού, για να καταλήξουμε τελικά στο ψηλότερο σημείο από όπου η θέα προς το λιμάνι και την ανατολική πλευρά του νησιού είναι εντυπωσιακή. Από εδώ ψηλά εντοπίσαμε και τα σημεία που θα επισκεπτόμασταν.

Πριν αρχίσει να σουρουπώνει πήραμε τον μοναδικό τσιμεντένιο δρόμο πίσω από τον οικισμό, και μέσα σε λίγα λεπτά βγήκαμε στη δυτική πλευρά του νησιού, ακριβώς πίσω από το λιμάνι. Εδώ υπάρχει και το διάσημο ρωμαϊκό τούνελ το οποίο, μετά από 60 περίπου μέτρα, μας οδηγεί στην ομορφότερη και πιο εντυπωσιακή ακτή του νησιού, την Chiaia di Luna.
Ο κάθετα κομμένος γκριζόλευκος βράχος που αγκαλιάζει τη φαρδιά αμμουδιά σε σχήμα τόξου, γκρεμίζεται κατακόρυφα από μεγάλο υψόμετρο, συνθέτοντας μια συναρπαστική ακτή, και -χωρίς καμιά αμφιβολία- αποτελεί το δημοφιλέστερο σημείο της Ponza. Πολύ συχνά, όμως, απαγορεύεται η προσέγγισή της και η παραμονή των λουόμενων στην αμμουδιά, λόγω των ατυχημάτων που έχουν προξενηθεί από την πτώση βράχων που ξεκολλούν από τα κατακόρυφα τοιχώματα της ακτής.

Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να προσελκύει πολύ κόσμο. Ιδιαίτερα όταν δεν φυσούν δυτικοί άνεμοι, ολόκληρος ο όρμος κατακλύζεται από σκάφη αναψυχής, τα πληρώματα των οποίων απολαμβάνουν το κολύμπι τους στα υπέροχα χρώματα που δημιουργούνται από την αντανάκλαση των θεόρατων βράχων στα γαλήνια νερά.

Χαιρόμασταν την υπέροχη ακτή μέχρι τη δύση του ήλιου, οπότε και τα χρώματα γίνονται ακόμα πιο γλυκά και εντυπωσιακά. Σούρουπο πια επιστρέψαμε στον οικισμό του λιμανιού που, κάτω από τα φώτα που άρχισαν να ανάβουν, αποκτά μια πιο παραμυθένια διάσταση, με τα χρώματα των σπιτιών να δείχνουν ακόμα πιο ζωντανά και έντονα.
Καθίσαμε μέχρι αργά, απολαμβάνοντας την ξεχωριστή ατμόσφαιρα αυτού του τόπου, και μόνο όταν άρχισαν να μας εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μας κατευθυνθήκαμε προς το φουσκωτό. Με το ίδιο μικρό βαρκάκι μάς μετέφεραν στο σκάφος, λύσαμε, και μετά από λίγα μέτρα ξαναφουντάραμε στη βορινή πλευρά του όρμου αυτήν τη φορά όπου είναι πιο ήσυχα, ενώ οι σπιλιάδες δεν προλαβαίνουν να δημιουργήσουν κυματισμό, γεγονός που συμβαίνει πιο νότια του όρμου.
Ολόκληρος ο όρμος βέβαια, είναι γεμάτος με σκάφη που διανυκτερεύουν αρόδου γιατί πέρα από το ότι δεν υπάρχουν ελεύθερες θέσεις στις πλωτές εξέδρες, οι τιμές τους καλοκαιρινούς μήνες εκτινάσσονται στα ύψη, ξεπερνώντας τα 10 ευρώ το μέτρο.

Κάνοντας τον περίπλου

Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στην ανακάλυψη των παραθαλάσσιων θέλγητρων του νησιού. Η Ponza, έχοντας αποβάλλει το στίγμα που κουβαλούσε από τα ρωμαϊκά χρόνια -αλλά και από τη νεότερη εποχή- ως τόπος εξορίας, αποτελεί πλέον έναν πολύ δημοφιλή ταξιδιωτικό προορισμό. Και βέβαια μόνο τυχαίο δεν είναι αυτό, αφού πέρα από το αρχαιολογικό ενδιαφέρον και τον εξαιρετικό οικισμό της, φημίζεται για τις πολύ όμορφες ακτές, τους μοναδικούς σχηματισμούς των βράχων που συχνά αναδύονται μέσα από τα βαθιά νερά και δημιουργούν φυσικά έργα τέχνης καθώς, και για τις πολύ όμορφες σπηλιές της.

Το νησί έχει σχήμα ημισελήνου, με την κοίλη πλευρά του να βλέπει ανατολικά, προσφέροντας έτσι πολύ καλά αγκυροβόλια, μιας και οι άνεμοι της θερινής περιόδου έχουν δυτικές-βορειοδυτικές διευθύνσεις. Η περίμετρός του δεν ξεπερνά τα 11 ναυτικά μίλια και η έντονα δαντελωτή ακτογραμμή του κρύβει πολλές και όμορφες εκπλήξεις.

Βγαίνοντας από το λιμάνι κατευθυνθήκαμε πρώτα στο νότιο κάβο του όρμου. Κοντά στον λευκό φάρο, στο επίπεδο της θάλασσας, συναντούμε τα πρώτα ίχνη του ρωμαϊκού πολιτισμού. Εδώ βρίσκονται οι διάσημες σπηλιές του Πόντιου Πιλάτου, οι οποίες είναι περίτεχνα σμιλεμένες μέσα στον συμπαγή βράχο. Από μακριά μοιάζουν με μεγάλες καμάρες στη σειρά, οι οποίες οδηγούν σε μακρόστενα τούνελ που εισέρχονται αρκετά βαθιά μέσα στο βράχο. Τα τούνελ αυτά, που επικοινωνούν μεταξύ τους με μικρότερες εσωτερικές στοές, σχηματίζουν ένα σύνολο τεχνητών πισινών, οι οποίες αποτελούσαν τις ιδιωτικές πισίνες των γυναικών που προέρχονταν από αριστοκρατικές οικογένειες. Κατά μία άλλη εκδοχή, οι πισίνες αυτές χρησιμοποιούνταν ως εκτροφεία ψαριών.

Κατεβήκαμε λίγο πιο νότια και περάσαμε αρκετά ανοιχτά από τα faraglioni della Madonna. Πίσω ακριβώς από αυτούς τους βράχους βρίσκεται ο ανοιχτός όρμος Parata, ο οποίος αποτελεί ένα από τα ομορφότερα σημεία του νησιού.
Αν και η ακτή περιβάλλεται από βράχια, δίχως την παρουσία κάποιας παραλίας, ολόκληρος ο όρμος είναι μια υπέροχη καταπράσινη φυσική πισίνα με πεντακάθαρα νερά. Σε όλη την έκταση του όρμου ο βυθός είναι αμμώδης, και τα βάθη κυμαίνονται από δύο έως επτά μέτρα. Η θάλασσα εδώ συνήθως μοιάζει με λίμνη, και φιλοξενεί πολλά σκάφη αναψυχής που είναι φουνταρισμένα αρόδου. Έτσι κι εμείς, μην αντέχοντας στον πειρασμό της απέραντης αυτής πισίνας, επιλέξαμε μια πιο απόμερη γωνιά κοντά στα κάθετα βράχια της ακτής και για αρκετές ώρες απολαμβάναμε το κολύμπι μας στην αρυτίδωτη θάλασσα.
Αφού ξεκουραστήκαμε αρκετά, επιστρέψαμε ξανά στον όρμο του λιμανιού και περάσαμε κοντά από τον βορινό κάβο του, ο οποίος ουσιαστικά σχηματίζεται από διάσπαρτα χαμηλά βράχια στη σειρά, τα οποία καταλήγουν στη μικρή νησίδα Ravia. Από το λιμάνι και πάνω, μέχρι το βόρειο άκρο του νησιού, σχηματίζονται ακόμα τρεις μεγάλοι όρμοι, όλοι με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Μετά ακριβώς από τη νησίδα Ravia απλώνεται ο όρμος Frontone, ο οποίος συγκεντρώνει πάρα πολλά σκάφη. Στη νότια πλευρά του υπάρχουν δύο πολύ μικρές και στενές αμμουδιές, ενώ λίγο πιο πέρα σχηματίζεται μια όμορφη και μεγάλη βοτσαλωτή παραλία πάνω στην οποία βρίσκεται ένα μεγάλο εστιατόριο.

Συνεχίζοντας βορειότερα, καβατζάραμε την Punta Bianca, όπου δεσπόζει ο ολόλευκος βράχος που αναδύεται από τη θάλασσα και μας προετοιμάζει για το υπέροχο θέαμα που θα αντικρίσουμε. Βρισκόμαστε στον όρμο del Core, με τα κάθετα λευκά βράχια που αγκαλιάζουν τη στενή βοτσαλωτή ακτή να προσφέρουν ένα πολύ όμορφο και συναρπαστικό θέαμα.
Λίγο πιο πάνω βρίσκεται ο μικρός όρμος Inferno όπου, αν και δεν υπάρχει κάποια παραλία, σχηματίζεται μια υπέροχη βάλα με καταπράσινα νερά.

Ο όρμος αυτός περιβάλλεται από μοναδικούς λευκούς βράχους που πέφτουν κάθετα στη θάλασσα και δημιουργούν μια πολύ όμορφη εικόνα.

Καβατζάροντας την Punta Nera συναντάμε ένα από τα ομορφότερα faraglioni του νησιού: Τον περίφημο Arco Naturale, έναν ψηλό βράχο με μια μεγάλη καμάρα στα σωθικά του, που μοιάζει με δύο γιγάντια πόδια που αναδύονται μέσα από τη θάλασσα. Γύρω από το Arco Naturale ο βυθός είναι στρωμένος με υπέροχη άμμο, ενώ τα συνήθως γαλήνια νερά είναι μαγευτικά και ιδανικά για διανυκτέρευση.

Φτάνοντας στο βορινό ακρωτήρι του νησιού περάσαμε προσεκτικά μέσα από τον στενό δίαυλο που σχηματίζεται από τη νησίδα Gavi, και γυρίσαμε στη δυτική πλευρά του.
Και εδώ υπάρχουν πολύ όμορφοι όρμοι που ξεχωρίζουν για τους ιδιαίτερους σχηματισμούς των βράχων που τους περικλείουν αλλά μπορούμε να τους απολαύσουμε μόνο όταν η θάλασσα είναι κάλμα γιατί προσβάλλονται από τους δυτικούς ανέμους. Ακόμα και άνεμοι 3-4 μποφόρ δημιουργούν έναν αρκετά ενοχλητικό κυματισμό, ο οποίος δεν μας επιτρέπει να αγκυροβολήσουμε στα όμορφα σημεία και χαλάνε τη συνολική εικόνα των ακτών.
Δύο ναυτικά μίλια από το βορινό ακρωτήρι βρισκόμαστε στην όμορφη Cala Feola. Είναι γεμάτη με σκάφη και πρέπει να ελιχθούμε ανάμεσά τους για να προσεγγίσουμε στη μικρή παραλία που βρίσκεται στη νότια πλευρά του όρμου. Ένας μικρός μόλος παρέχει κάποια προστασία από τους δυτικούς ανέμους, αλλά παρόλα αυτά η διανυκτέρευση στην Cala Feola δεν είναι ασφαλής.
Στη δυτική πλευρά του όρμου σχηματίζονται και οι περίφημες φυσικές πισίνες. Πρόκειται για δύο στρογγυλά ανοίγματα μέσα στα βράχια, που επικοινωνούν με τη θάλασσα και συγκεντρώνουν πολύ κόσμο.

Αμέσως νοτιότερα από την Cala Feola βρίσκεται ακόμη ένας διάσημος όρμος, ο Lucia Rosa, ο οποίος μας προσφέρει μερικές από τις εντυπωσιακότερες εικόνες του νησιού. Ιδιαίτερα ο νότιος κάβος του, όπου βρίσκονται διάσπαρτοι πολλοί βράχοι -μέσα στους οποίους συχνά συναντούμε μεγάλες καμάρες-, μας προσφέρει ένα πολύ όμορφο θέαμα. Η μεγάλη βοτσαλωτή ακτή που βρίσκεται στο μυχό του όρμου συγκεντρώνει πολύ κόσμο, αν και δεν υπάρχει πρόσβαση από τη στεριά.

Πέρα από την ομορφιά της, η Lucia Rosa έχει γίνει γνωστή και από την τραγική κατάληξη του κοριτσιού που είχε το ίδιο όνομα και γκρεμίστηκε από αυτούς τους βράχους, δίνοντας τέλος στη ζωή της, καθώς της απαγόρεψαν να παντρευτεί τον άντρα που αγαπούσε.

Η Lucia Rosa αποτελεί πλέον ένα σύμβολο για τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των γυναικών του κόσμου.
Ένα ναυτικό μίλι νοτιότερα προεξέχει ο κάβος Capo Bianco, ο ολόλευκος όγκος του οποίου γκρεμίζεται κατακόρυφα στη θάλασσα, και μετά το Capo Bianco η πλώρη μας στράφηκε ανατολικά. Μπαίναμε σιγά σιγά στον συναρπαστικό όρμο di Luna, απολαμβάνοντας αυτήν τη φορά από τη θάλασσα τα όμορφα κάθετα βράχια της ακτής. Στα νότια του όρμου δεσπόζει ο ορεινός όγκος του Monte Guardia, η κορυφή του οποίου είναι η ψηλότερη του νησιού (280 μέτρα).

Είχε περάσει το μεσημέρι όταν καβατζάραμε το νότιο ακρωτήρι της Ponza και επιστρέψαμε στο λιμάνι, με σκοπό να ανεφοδιαστούμε σε καύσιμα. Για κακή μας τύχη όμως το βενζινάδικο ήταν κλειστό, καθώς όπως μας είπαν είχαν εξαντληθεί και τα τελευταία αποθέματα βενζίνης. Κάτι που προφανώς οφειλόταν στα αμέτρητα σκάφη που βρίσκονται αυτήν την εποχή στο νησί. Το χειρότερο όμως από όλα ήταν πως κανείς δεν γνώριζε αν το βενζινάδικο θα άνοιγε τις επόμενες μέρες...
Μάταια ρωτούσαμε μήπως εξασφαλίσουμε έστω και κάποια λίτρα, τα οποία ήταν απαραίτητα για το πέρασμά μας στην Κορσική. Τελικά, για να μην χάσουμε τη μέρα μας ψάχνοντας, αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε έως τη γειτονική νησίδα Palmarola, αφήνοντας το πρόβλημα των καυσίμων για αργότερα.

 

Στο «διαμάντι» των Pontine

Η Palmarola είναι το δυτικότερο νησί των Pontine Islands και απέχει μόλις πέντε ναυτικά μίλια από το νότιο κάβο της Ponza. Παρά το μικρό του μέγεθος, αποτελεί έναν πολύ δημοφιλή προορισμό που κατακλύζεται από σκάφη αναψυχής. Ήταν ένα νησί-έκπληξη για εμάς και βέβαια δεν είναι καθόλου υπερβολή που αποκαλείται το «διαμάντι» των Pontine Islands.

Με εξαιρετικά απόκρημνες και επιβλητικές ακτές, πολύ όμορφες σπηλιές και κυρίως διαυγέστατα νερά, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία έναν εξαιρετικό προορισμό. Αν είμαστε τυχεροί και όταν το επισκεφτούμε επικρατεί πλήρης άπνοια, τότε είναι βέβαιο πως θα μαγευτούμε από τις θεαματικές ακτές του.
Τα περισσότερα σκάφη αγκυροβολούν στη νότια πλευρά του νησιού, η οποία απαγκιάζει πολύ καλά από τους δυτικούς ανέμους. Αυτή η πλευρά άλλωστε είναι και η εντυπωσιακότερη του νησιού, με τα θεόρατα λευκά βράχια να πέφτουν κατακόρυφα στη θάλασσα από πολύ μεγάλο υψόμετρο. Το θέαμα είναι συναρπαστικό, ιδιαίτερα αν αγκυροβολήσουμε κοντά στα κάθετα βράχια.

Ολόκληρη η νότια πλευρά της Palmarola είναι ένας μεγάλος όρμος ο οποίος φιλοξενεί δεκάδες σκάφη, πολλά από τα οποία μάλιστα διανυκτερεύουν εδώ. Δύο πολύ μεγάλοι βράχοι που βρίσκονται στη δυτική πλευρά του όρμου προσφέρουν προστασία από τους δυτικούς ανέμους και ανακόπτουν τη φόρα των κυμάτων που δεν μπορούν να φτάσουν μέσα στον όρμο, όπου τα νερά είναι απόλυτα γαλήνια.
Φουντάραμε στην ανατολική πλευρά του όρμου, πίσω ακριβώς από τον χαμηλό μακρόστενο βράχο που, σαν ολόλευκη λεπίδα, αναδύεται από τα βαθιά. Απολαύσαμε για αρκετή ώρα τα κρυστάλλινα νερά και είχαμε έντονη την αίσθηση πως βρισκόμασταν σε μια μεγάλη φυσική πισίνα. Κολυμπήσαμε για λίγα μέτρα μέχρι τις δύο πολύ μικρές αμμουδιές που σχηματίζονται στη ρίζα των πανύψηλων κατακόρυφων βράχων, όπου το θέαμα κόβει την ανάσα. Σηκώνοντας το βλέμμα μας ψηλά νιώσαμε δέος από τον ολόλευκο βράχο που ορθώνεται κάθετα και φτάνει σε πολύ μεγάλο υψόμετρο.

Η δυτική πλευρά του νησιού είναι και αυτή πολύ εντυπωσιακή και αξίζει πραγματικά να επισκεφθούμε την Cala del Porto, όπου βρίσκονται και τα δύο εποχιακά ταβερνάκια. Είναι το μόνο σημείο του νησιού όπου διακόπτονται οι απόκρημνες ακτές και μπορούμε να βγούμε έξω για μια μικρή βόλτα. Αρκεί βέβαια να το επιτρέπει ο καιρός.
Δυστυχώς για εμάς, ήταν αδύνατο να προσεγγίσουμε, και έτσι γυρίσαμε στη βορειοανατολική πλευρά, όπου σχηματίζεται ένας ανοιχτός όρμος με καταπράσινα νερά. Σε αντίθεση με την ακτή που είναι στρωμένη με μεγάλες πέτρες, ο βυθός είναι αμμώδης και τα νερά προκλητικά καθαρά.
Φουντάραμε χωρίς δεύτερη σκέψη και μόλις βουτήξαμε δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Δεν θυμάμαι αν έχουμε κολυμπήσει σε πιο διαυγή νερά, αλλά ήταν χαρακτηριστικό πως διακρίναμε καθαρά κάθε κόκκο της άμμου, ενώ η καδένα της άγκυρας φαινόταν πεντακάθαρα πάνω στον αμμώδη βυθό από δεκάδες μέτρα μακριά. Η απίστευτη ορατότητα των νερών μας έκανε να κολυμπάμε για πολλή ώρα, απολαμβάνοντας την κρυστάλλινη θάλασσα και βιώνοντας μια απίθανη εμπειρία. Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός μας που αποφασίσαμε να παραμείνουμε εδώ μέχρι το ηλιοβασίλεμα.
Ανοίξαμε, λοιπόν, το ραδιόφωνο, γεμίσαμε τα ποτήρια μας με ντόπιο κόκκινο κρασί και ετοιμάσαμε την μακαρονάδα μας εν πλω, απολαμβάνοντας ένα απίθανο γεύμα πάνω στο φουσκωτό που έμοιαζε να αιωρείται στα διάφανα καταπράσινα νερά. Μόνο όταν πέρασε η ώρα αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε πως ήταν η τελευταία μας μέρα σε τούτα τα μέρη και την επομένη θα διασχίζαμε το Τυρρηνικό πέλαγος...

Στην Ιταλία για ανεφοδιασμό

Μοιραία λοιπόν έπρεπε να ανασυγκροτηθούμε, διακόπτοντας την υπέροχη αυτή ξεγνοιασιά μας, και έτσι αρχίσαμε να μετράμε μίλια και να υπολογίζουμε τα καύσιμά μας. Είχαμε να καλύψουμε 160 ναυτικά μίλια ανοιχτής θάλασσας μέχρι τα νησιά Lavezzi της Κορσικής και τα 320 λίτρα βενζίνης στα τεπόζιτά μας, αν και ήταν αρκετά, δεν μας επέτρεπαν να εφησυχάζουμε.

Στην κοντινή Ponza όμως δεν υπήρχαν καύσιμα.
Ανοίξαμε τους χάρτες και ψάξαμε για το κοντινότερο σημείο ανεφοδιασμού. Τελικά επιλέξαμε τις ακτές της Ιταλίας, και η πλώρη μας στράφηκε βορειοανατολικά προς το Capo Circeo, όπου βρίσκεται η ομώνυμη μαρίνα στα 20 ναυτικά μίλια από το βορινό άκρο της Palmarola.
Είχαμε σκοπό να διανυκτερεύσουμε εκεί και την επομένη το πρωί να επιχειρήσουμε το μεγάλο πέρασμα για τα νησιά Lavezzi που βρίσκονται στην απέναντι μεριά της Τυρρηνικής, στα 173 ναυτικά μίλια.

Θέλοντας να προλάβουμε τη νύχτα, ταξιδεύαμε με 32 κόμβους και μας έμεναν ακόμα 10 ναυτικά μίλια μέχρι το Capo Circeo, όταν ο κατακόκκινος ήλιος άρχισε να βυθίζεται μέσα στο Τυρρηνικό πέλαγος.
Είχε σκοτεινιάσει ήδη, όταν βρισκόμασταν έξω από τα αβαθή της μαρίνας και πολύ προσεκτικά διασχίζαμε τον διάδρομο που οδηγούσε στην είσοδό της...

...keep Ribbing!                

gdpr-image
This website uses cookies to improve your experience. By using this website you agree to our Data Protection Policy.
Read more